| Averell Dalton | Comments ]

Βρέθηκε ο τρίτος πόλος




Πού κάναμε λάθος τελικά, Αλέξη; Μήπως έπρεπε να ‘χουμε βγει στους δρόμους να τους κυνηγάμε εμείς τους κουκουλοφόρους τον Δεκέμβρη; Μήπως έπρεπε να αγοράσουμε όλοι πριόνια και να πάμε να συμμετάσχουμε στην παράσταση “Ο Νικήτας ξυλοκόπος”; Μην μας εγκατέλειψαν οι βάζελοι (κι ο συμπαθής λαός τού Αμαρουσίου) που στήσαμε τέτοιο χουνέρι στον Βωβό και παραλίγο να πάει κατά διαόλου η διπλή ανάπλαση; Μήπως φταίμε που δεν μπουκώσαμε με το ζόρι τον Γκορτζίδη κι εξέθεσε ο άτιμος τους μαφιόζους με την απεργία πείνας; Μήπως, τελικά, το πρόβλημά μας είναι ότι δεν είμαστε αρκετά Αριστεροί, όσο πρέπει Ανανεωτικοί, καθοριστικά Ευρωπαϊστές και συστηματικά Αντισυστημικοί; Μήπως για όλα φταίει ο Χουντής;

Η απάντηση στα περισσότερα από τα παραπάνω είναι, σαφώς, όχι. Αν, για την ακρίβεια, η παράθεση έχει κάποια σκοπιμότητα, τούτη εδράζεται στην ανάγκη να θυμηθούμε τα γεγονότα εκείνα (μαζί με την εν γένει κοινοβουλευτική παρουσία, τότε που, με την πώληση τού Ο.Τ.Ε. και τις απεργίες για το ασφαλιστικό στο προσκήνιο, η Κουμουνδούρου έκανε μόνη της αντιπολίτευση), τα οποία αγνόησε ο μέσος ψηφοφόρος, αγνοώντας τον Συ.Ριζ.Α. πάνω από την κάλπη. Κατηγορούν συνήθως την Αριστερά για στείρο θεωρητισμό, για ανέξοδη ρητορεία, για φοβική αποφυγή οποιασδήποτε ουσιαστικής εμπλοκής στις εξελίξεις, για έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα. Αν οι κατηγορίες ισχύουν, τότε δεν ξέρω σε τι αντιστοιχεί το τελικό Α στο αρκτικόλεξο: δίχως να προδώσει καμμιά από τις αρχές του, ο Συ.Ριζ.Α. παράτησε τις αίθουσες συσκέψεων και βρέθηκε κοντά στον κόσμο, στα προβλήματα και τις διεκδικήσεις του περισσότερο από κάθε άλλη φορά κι από κάθε άλλο κόμμα. Αντί να ξοδεύουν σάλιο προσπαθώντας να εξηγήσουν/οδηγήσουν τα πράγματα, τα στελέχη του άνοιξαν τ’ αφτιά τους κι άκουσαν όσο πιο πολλά μπορούσαν, το βούλωσαν για να δώσουν λόγο σε όσους περισσότερους γινόταν – άψογοι, με δυο (αριστερά) λόγια.

Μήπως, λοιπόν, κάπου εκεί την χάσαμε την μπάλα; Μήπως γίναμε Βαβέλ απ’ τα πολλά που ακούσθηκαν, μήπως τρελαθήκαμε στην προσπάθειά μας να συνθέσουμε όλα αυτά με τα οποία ήρθαμε σε επαφή; Θέλω να πιστεύω πως όχι. Όπως και να ‘χει, απεδείχθη πως το να ‘σαι σοβαρός, ψύχραιμος, αταλάντευτος σε δυο-τρία κρίσιμα θέματα και να τα διανθίζεις όλα αυτά με δόσεις εξυπνακισμού μετρά στο τέλος τής ημέρας περισσότερο απ’ το να ‘σαι πολιτικό φαινόμενο με προοπτικές χωρίς όρια και κάποιες αυτοκαταστροφικές τάσεις. Τον Δεκέμβρη ο Συ.Ριζ.Α., ο μόνος πολιτικός χώρος που διαχώρισε την θέση του από την κρατούσα ισοπέδωση (“αλήτες που τα σπάνε”), έπρεπε να σταθεί περήφανος δίπλα στην βάσιμη ερμηνεία που έδινε στα γεγονότα, καταδικάζοντας παράλληλα τις ακρότητες. Μέσα σε λυσσώδη πυρά από τους κήρυκες τού συστήματος και, προφανώς, μην έχοντας εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, κατάφερε να μην κάνει ούτε το πρώτο ικανοποιητικά, ούτε το δεύτερο με σαφήνεια. Κι όταν καταλάγιασε ο αχός, προτίμησε ν’ αφήσει τα γεγονότα να ξεθωριάσουν, ελπίζοντας πως έτσι θα ξεχασθεί κι η δική του αστάθεια – κι έτσι, από ατολμία, έμεινε στην συνείδηση τού κόσμου ως το κόμμα που υποθάλπει τους κουκουλοφόρους. Ήταν η πρώτη ρυτίδα στο πρόσωπο τού Αλέξη.

Από κει κι ύστερα ο κατήφορος δεν είχε τέλος, τα στρατηγικά λάθη διαδέχονταν το ένα το άλλο. Καταφύγαμε σε ρητορικές πεπατημένες τής Αριστεράς στην αγωνία μας να βρούμε βηματισμό και κατέληξε ο Τσίπρας ν’ ακούγεται σαν ινστρούχτορας σε οποιαδήποτε Κ.Ο.Β. τής επικράτειας. Μας συζητούσαν επί μήνες για τα χωριστά ψηφοδέλτια των τάσεων στις πρυτανικές, και δεν καταφέραμε να κόψουμε την κουβέντα κάνοντας μια δυναμική, σπαθάτη τοποθέτηση υπέρ, φερ’ ειπείν, τής ύπαρξης και των δύο. Αντί να κάνουμε κορυφή και σημαία τού ευρωψηφοδελτίου μας και του (εδραιωμένου στην συνείδηση τού κοινού) ευρωπαϊκού μας χαρακτήρα έναν επιτυχημένο Έλληνα ευρωβουλευτή, ζητώντας από τον κόσμο να επικροτήσει την επανεκλογή του, βρήκαμε “πρόσφορο” πεδίο για να βεβαιώσουμε ποιος κάνει κουμάντο στο εσωκομματικό παιχνίδι. Τελευταία στιγμή κρίναμε πως ο Τσίπρας δεν είναι έτοιμος για τα βαθειά, προκαλώντας την γενική θυμηδία και στέλνοντας στο debate έναν ανερμάτιστο, εμφανώς απόντα Αλαβάνο. Στο τέλος επιστρατεύσαμε και τον “τρίτο πόλο”, για να μην μείνει σε κανέναν αμφιβολία ότι φωνάζουμε δεξιά κι αριστερά για σωσίβιο.

Στον καφέ τής Δευτέρας, ο William υπερασπιζόταν χωρίς δυσκολία την πεποίθηση, πως το 1,655 εκατομμύριο ανθρώπων που ψήφισαν τελικώς Ν.Δ. αποτελούν τον “σκληρό πυρήνα” τής παράταξης (κι αντιστοιχούν σε κάτι περισσότερο από το 20% τού εκλογικού σώματος, μετρώντας την αποχή σε επίπεδα εθνικών εκλογών). Ο φόβος μου είναι ότι το ίδιο μπορεί να ισχύει για τις 700.000 περίπου όσων στήριξαν Κ.Κ.Ε., Συ.Ριζ.Α. ή μικρότερα αριστερόστροφα σχήματα. Η Αλέκα χαμογελά με την τρίτη θέση, αλλά κι οι τυφλοί βλέπουν ότι ο μόνος που έχασε στις εκλογές τής Κυριακής είναι η Αριστερά – κι ας ήταν συνολικά πιο ΑΡΙΣΤΕΡΑ από ποτέ. Το μόνο που χάσαμε, βεβαίως, ήταν ένα φιλικό προετοιμασίας. Ίσως όμως τα επίσημα να ‘ναι πιο κοντά απ’ ό, τι νομίζουμε – κι αν εμφανισθούμε και τότε ανέτοιμοι, μικροί και ασταθείς, θα χάσουμε τα πάντα.


Υ.Γ.1. Στα πεταχτά: αφού ευχαρίστησε την μαμά του, τον μπαμπά του, το ποδήλατό του και το θυρωρό τής Ιπποκράτους για 15 λεπτά (ούτε Νόμπελ να ‘χε πάρει), ο Γιωργάκης θα βρήκε κάποιον ψύχραιμο εκεί γύρω να του εξηγήσει πως, τελικά, δεν πετύχαμε και τίποτα ως Πα.Σο.Κ.. Με τον Συ.Ριζ.Α. να μην συμπιέζεται άλλο, τους Οικολόγους να μην μπορούν να δώσουν πάνω από μια μονάδα και τον Καραμανλή να ελπίζει βάσιμα σε τρεις μονάδες από τον Λα.Ο.Σ. στις επόμενες εθνικές, οι μεγάλοι θα έμπαιναν αύριο σε μια υποθετική προεκλογική περίοδο με την πραγματική μεταξύ τους διαφορά να μην ξεπερνά το 1,5%. Κοινώς: η Ν.Δ. έπεσε πάλι στα μαλακά. Περί του “πρασίνου θαύματος”, της αποχής, της (μη) στροφής και του τι είν’ η πατρίδα μας περισσότερα προσεχώς.

Υ.Γ.2. Περίπου 22.000 ψηφοφόροι έκριναν την όγδοη έδρα, που κέρδισε στην β’ κατανομή η Ν.Δ.. Το γιατί η δική τους ψήφος μετρά περισσότερο από αυτήν 65.000 ανθρώπων, που στήριξαν το κόμμα Παπαθεμελή (με σημαντική εκπροσώπηση στην Βόρειο Ελλάδα), μόνον ο εμπνευστής τού 3% κι ο Προκόπης Παυλόπουλος μπορούν να το εξηγήσουν. Δεν νοείται απλή αναλογική με πήχυ εισόδου, κύριοι – κι αυτό, δυστυχώς, δεν το φωνάζει ούτε η Αριστερά.