| William Dalton | Comments ]

Μετά και το κείμενο του Joe για τον Jeff Bridges,με τον οποίο τελικά συμφωνούμε σε κάτι (Michelle και πιανίστας τζαζ θα διάλεγα κι εγώ), αξίζει να γίνει μία αναφορά στους «καταραμένους» ήρωες του σινεμά. Αναντίρρητα, η σκηνή με τη Susie Diamond στο πιάνο να τραγουδάει “Makinwhoopee” είναι συναρπαστική, όμως ο Jack Baker είναι ο ήρωας που κάνει την ταινία μυθική, τόσο για τους λόγους που παρουσιάζει ο Joe, όσο και για έναν άλλον. Ανήκει σε μία κατηγορία ηρώων του χόλιγουντ με ιστορία αρκετών δεκαετιών.

Από το κραχ του 1929 και μετά, ο κινηματογράφος στις Η.Π.Α. στράφηκε αναγκαστικά σε παραγωγές μικρότερου κόστους, από τα έπη που παρουσίαζε έως τότε. Τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Τσάντλερ, του Χάμετ και άλλων, που κυριαρχούσαν ως αναγνώσματα, προσέφεραν καλά και φθηνά σενάρια με χαμηλό κόστος παραγωγής και σίγουρη εισπρακτική επιτυχία. Έτσι, στην οικονομική δυσπραγία και τις διατάξεις του κώδικα Χέιζ* για τον κινηματογράφο, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η δημιουργία ενός νέου είδους, του φιλμ νουάρ. Παρά τις πολλές ταινίες με κάποια από τα χαρακτηριστικά του νουάρ που γυρίστηκαν τη δεκαετία του ’30, το «Γεράκι της Μάλτας» του 1941 θεωρείται από πολλούς ως το πρώτο φιλμ με τη μορφοποίηση που χαρακτηρίζει το είδος και το διαχωρίζει από την αστυνομική ή την γκανγκστερική ταινία.

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια που ο καλός και ευγενικός ήρωας υπερασπιζόταν τους αδυνάτους και απέδιδε δικαιοσύνη, τα ανδρικά πρότυπα στις ταινίες αυτές είναι σκοτεινοί, μοναχικοί τύποι οι οποίοι πληγωμένοι από κάτι ή κάποια, επιδιώκουν την ατομική τους ευημερία και κυρίως λίγη γαλήνη. Έχουν, βέβαια, ανεπτυγμένο το περί δικαίου αίσθημα, μόνο που αυτό πηγάζει από μια πολύ προσωπική και κυνική θεώρηση των πραγμάτων. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος διαμόρφωσε ακόμα περισσότερο αυτά τα χαρακτηριστικά. Το ζήτημα της συμμετοχής ή όχι σε έναν «ευρωπαϊκό», κατά πολλούς, πόλεμο και τα τραύματα που άφησε η αναγκαστική είσοδος της Αμερικής σε αυτόν, απεικονίζονται και στον κινηματογράφο. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι το Χόλιγουντ, ως μηχανισμός προπαγάνδας, πάντα προέβαλλε, τελικά, την «ορθή» απόφαση (αντίστοιχη αναφορά κάνει κι ο Averell στο κείμενο για το «Rear Window» ), όμως οι ήρωές του πάντα ξεκινούν με αρκετές επιφυλάξεις την εμπλοκή τους στις περιπέτειες που τους περιμένουν.

O Jack Baker ανήκει σ’αυτήν την κατηγορία των «καταραμένων» κι ο Jeff Bridges παίρνει τη σκυτάλη από το Humphrey Bogart και τον Robert Mitchum. Προϊόν μιας Αμερικής κυρίαρχης πλέον, αλλά με σημαντικά κοινωνικά προβλήματα, ο χαρακτήρας μοιάζει να είναι βγαλμένος από βιβλίο του Bukowski. Έχει αποτύχει να κάνει όσα θα έπρεπε και μπορούσε στη ζωή του κι έχει φθάσει στην ηλικία εκείνη που το έχει συνειδητοποιήσει. Έτσι είναι κυνικός, μελαγχολικός κι αδιάφορος για τα πάντα. Καπνίζει ασταμάτητα, περπατάει ελαφρά σκυφτός και το μόνο ον με το οποίο αισθάνεται κάποιο δέσιμο είναι o σκύλος του. Αγαπάει τη μοναξιά του κι απλώς επιζεί χωρίς να πιστεύει ή να περιμένει ότι θα βρεθεί κάτι που θα τον «ξεπαγώσει». Η απάντηση “No” στο “Will I see you again?” δεν είναι ίδια με τις απαντήσεις για παράδειγμα του James Bond (ενός άλλου ανδρικού προτύπου από το σινεμά). Δείχνει περισσότερο παραίτηση, παρά ένστικτο κυνηγού.

Δέσμιος της «ομαλής ένταξης» του αδελφού του (ρεσιτάλ ερμηνείας από τον Beau Bridges) στην κοινωνία, ο ήρωας μας απλώς «ξεσκονίζει τα όνειρά του» παίζοντας περιστασιακά τζαζ σε ένα μπαράκι, όταν το πρόγραμμα με τις αρπαχτές του, το επιτρέπει. Τότε, εμφανίζεται το θηλυκό alter ego του. Πρώην συνοδός πολυτελείας, εκπληκτικά όμορφη και με προσωπικότητα αρκετά ανθεκτική στη γοητεία των losers, η Susie Diamond είναι ίσως η τελευταία ευκαιρία του Jack Baker να «ξεπαγώσει». Αρχικά φαίνονται να κερδίζουν, ακόμη και στο παιγνίδι από το οποίο έχουν παραιτηθεί. Τελικά, όμως, η μοίρα (κι ο σκηνοθέτης) τους προφυλάσσει από το συμβιβασμό.

Αν και η ταινία δεν είναι νουάρ ούτε ως προς τη θεματολογία ούτε ως προς τη δομή, εν τούτοις το εκτυφλωτικό φως στο φινάλε και η αντίθεσή του με τα υπόλοιπα σκοτεινά κυρίως πλάνα (θυμίζει την αντίθεση στο «Blade Runner») σε συνδυασμό με τα προφίλ των ηρώων, κατά τη γνώμη μου το φέρνουν πιο κοντά σε αυτό παρά σε οποιοδήποτε άλλο είδος.

Υ.Γ. Για παρόμοιους λόγους θα περίμενα από τον Billy the kid να επιλέξει το «Tin cap» από τις ταινίες του Κέβιν Κόστνερ. Ο ήρωας είναι εξίσου καταραμένος και η σκηνή που χάνει το U.S. open μόνο και μόνο για να περάσει τη λίμνη με τη μία, τρομερή.

* Ο κώδικας Χέιζ ήταν οδηγίες προς σκηνοθέτες και σεναριογράφους να αποφεύγουν την προβολή σεξ, βίας, γυμνού, μοιχείας καθώς και την αποδοχή πράξεων εκδίκησης. Όλα αυτά έκαναν τους δημιουργούς πιο υπαινικτικούς και εφευρετικούς με αποτέλεσμα το νουάρ να γίνει συναρπαστικό. Για όλα αυτά καθώς και για πολλές άλλες πληροφορίες σχετικά με το νουάρ θα πρότεινα το « ΤΟ ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ»(Στάθης Βαλούκος-Βασίλης Σπηλιόπουλος εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Α.Λιβάνη 1985)