| Averell Dalton | Comments ]


















Προσπάθησε να φανταστείς αυτήν την φωτογραφία δίχως το τσιγάρο στο χέρι τής Hayworth




Η Λένα είναι η χυμώδης, παντρεμένη τριανταπεντάρα τού απέναντι γραφείου. Όλοι οι άρρενες συνάδελφοι που τιμούν το φύλο τους έχουν πρωταγωνιστήσει μαζί της σε φαντασιώσεις σεξουαλικού περιεχομένου. Είναι πολλά τα απλά, καθημερινά πράγματα που αυτή η πρωθιέρεια τής θηλυκότητας κάνει διαφορετικά από τις άλλες γυναίκες. Αν το κάπνισμα στους δημόσιους χώρους απαγορευθεί εντελώς, ο τρόπος που τα απίστευτα χείλη της αγκαλιάζουν το τσιγάρο κάθε φορά που τραβά τζούρα είναι αυτό που θα μου λείψει περισσότερο.

“Δεν υπάρχουν παθητικοί καπνιστές. Υπάρχουν μόνο αντιπαθητικοί αντικαπνιστές”, μου λέει φίλος καπνιστής – και συλλογίζομαι πως το πλέον “προβεβλημένο” επίτευγμα των μπροστάρηδων τής αντικαπνιστικής σταυροφορίας είναι που κατάφεραν να εμφανίζονται περίπου ως ανέραστοι. Είναι η ίδια οσμή τού ανέραστου που αναδίδει η ανά την υφήλιο εξάπλωση τής έννοιας τού πολιτικώς ορθού. Της ιδέας, δηλαδή, πως η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν θα ‘πρεπε να ξεφεύγει από ορισμένα, κοινώς αποδεκτά όρια – προς αποφυγήν επιβλαβών (ή και εποικοδομητικών) αντιπαραθέσεων και κατασίγασιν των παθών. Αντί να καταπολεμήσουμε την μισαλλοδοξία με την γνώση, επιλέγουμε να περιορίσουμε τα σύμβολα των εκατέρωθεν αλλοδόξων. Απαγορεύσατε την μαντίλα, απαγορεύσατε τον στολισμό ελάτων τα Χριστούγεννα – χώστε το κεφάλι στην άμμο και το λιοντάρι που σας κυνηγά θα εξαφανισθεί ως διά μαγείας.

Στο μέτωπο τού τσιγάρου, η επέλαση τού πολιτικώς ορθού δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινήσει από τις Η.Π.Α.. Στην Χώρα τής Μαλακίας, όπου κινδυνεύεις να μπεις φυλακή έτσι και βρεθεί κάποιος που θα χρησιμοποιήσει τα υπόθετα που παράγεις μαζί με το περιτύλιγμα, επειδή δεν προνόησες να το απαγορεύεις ρητώς στις οδηγίες χρήσης, υπήρξαν καρκινοπαθείς που προχώρησαν σε μηνύσεις κατά των εταιρειών προϊόντων καπνού, επειδή δεν προειδοποιούσαν τους καταναλωτές για τις εθιστικές ιδιότητες τής νικοτίνης – κοινώς, επειδή δεν τους υπεδείκνυαν τα αυτονόητα. Η αρχή είχε γίνει. Με λάβαρο τα αδιαμφισβήτητα δικαιώματα τού παθητικού (μη) καπνιστή, οι πολέμιοι τού τσιγάρου φθάνουν σήμερα να εξοστρακίζουν από όλους τους κλειστούς δημόσιους χώρους τής Ευρώπης όσους γνωρίζουν πως, καπνίζοντας, επιλέγουν πιθανότατα τον τρόπο με τον οποίο θέλουν να πεθάνουν. Αν ζούσε στις μέρες μας ο Kant, θα έβλεπε στην τελεολογία τού καπνιστικού βίου την παραστατικότερη απεικόνιση των θεωριών του – βλάπτεις το σώμα σου, τιμωρείσαι με θάνατο. Το μένος, από την άλλη, κατά των μελλοθανάτων θα το αντιμετώπιζε, στην καλύτερη περίπτωση, ως σαδισμό.

Το πρόβλημα με την λογική είναι πως, έτσι και την βιάσεις μία φορά, μετά δεν θες να σταματήσεις να την βιάζεις. Μεθυσμένοι με το νέκταρ τού θριάμβου τους, οι ήρωες τής αντικαπνιστικής εκστρατείας αποφάσισαν ν’ ασχοληθούν μ’ αυτό που κάθε καλός σταυροφόρος θ’ ασχολείτο στην θέση τους: να σώσουν και τα απολωλότα πρόβατα – ιδίως αυτά που δεν καίγονται και τόσο να σωθούν. Έτσι, του ταλαίπωρου τού καπνιστή δεν του φτάνει που κουβαλάει μια κάρτα συλλυπητηρίων σε κάθε πακέτο του, που τον βομβαρδίζουν με τους πολλούς, διαφορετικούς και επώδυνους τρόπους θανάτου που τον περιμένουν, που τού ‘χουν γαμήσει την ψυχολογία με τις προειδοποιήσεις για στυτική δυσλειτουργία, που χαλάει το μισό του μηνιάτικο στον εθισμό του – τώρα πρέπει ν’ ανέχεται ηθικολογίες από “πατερούληδες”, να ψάχνει μες στο καταχείμωνο μια στεγνή γωνιά στους δρόμους για να ανάψει βλαστημώντας τον αναπτήρα που του σβήνει συνεχώς ο αέρας, να συνηθίσει στην ιδέα ότι θ’ απολαμβάνει χωρίς τσιγάρο την αγαπημένη του μουσική ή το ποτό τής αρεσκείας του στο μπαρ που γουστάρει. Στο απόγειο τής παράνοιας, αν ζει στην Βρετανία θα νομίζει ότι κάνουν πουλάκια τα μάτια του μόλις δει μια μαργαρίτα αντί για τσιγάρο στο στόμα τού Lucky Luke, και σε καμμιά δεκαριά χρόνια θα περάσει μια νύχτα στην στενή έτσι και τολμήσει να καπνίσει στον δρόμο ή στο πάρκο, για προσβολή τής δημοσίας αιδούς και για να μάθει να μην δίνει το κακό παράδειγμα. Στο μεταξύ, τα μηνιάτικα που έδινε στα τσιγάρα θα του τα τρώνε οι ψυχίατροι.

Φαντάζομαι έναν κόσμο χωρίς τσιγάρο και με πιάνει μελαγχολία. Να περπατάς, λέει, στον δρόμο και να βλέπεις πιο πολλούς ανθρώπους σφιγμένους, νευρικούς. Να ξεπαγιάζεις περιμένοντας στην στάση τού λεωφορείου, χωρίς να μπορείς να καπνίσεις για να ζεσταθείς. Να δεις μια γυναίκα που σ’ αρέσει στο μπαρ και να ‘χεις μια ατάκα λιγότερη για να την πλησιάσεις. Να μην μπορείς ν’ απολαύσεις ένα λυτρωτικό, χαλαρωτικό τσιγάρο μετά το σεξ, ή την ώρα που η θεά τής παρέας λικνίζεται πάνω στο τραπέζι σου, τις λίγες φορές που πας στα μπουζούκια. Να μπαίνεις στο αγαπημένο σου jazz club, κι αντί για κάπνα να σε υποδέχεται η μυρωδιά τής χλωρίνης και των απολυμαντικών, και να τα βλέπεις όλα τρομακτικά φωτεινά, τώρα που δεν τα περιβάλλει εκείνο το σύννεφο που είχες συνηθίσει και που τα έκανε όλα πιο μυστήρια, γοητευτικά… “Τι σκατά μουσική θα έπαιζε ο Miles αν δεν τον περιέβαλλε αυτό το σύννεφο;”, αναρωτιέσαι. Μετά πηγαίνεις στο γραφείο, υπογράφεις μια επιστολή παραίτησης με ανοικτή ημερομηνία και την πετάς σ’ ένα συρτάρι, για την ημέρα που δεν θ’ αφήνουν πια την Λένα να σ’ ανάβει μαζί με τα τσιγάρα της – δεν την γουστάρεις έτσι κι αλλιώς την κωλοδουλειά, αν χάσεις και τις λίγες χαρές που σου δίνει…

Στην Γερμανία, οι ιδιοκτήτες των μικρών σε διαστάσεις μπαρ προσέφυγαν στο Συνταγματικό Δικαστήριο κατά του νόμου που απαγορεύει το κάπνισμα στους κλειστούς χώρους, επικαλούμενοι διαφυγόντα κέρδη. Στα τέλη Ιουλίου, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή για όλα τα κέντρα διασκέδασης που έχουν έκταση μικρότερη από 75 τ.μ.. Μ’ όλες τις υπόνοιες για αντεπίθεση των εταιρειών καπνού που προκαλεί μια τέτοια είδηση, δεν μπορώ παρά να παρηγορούμαι στην σκέψη πως η Γη τής Επαγγελίας μπορεί τελικά να κρύβεται σε μέρη τόσο μικρά, όσο το Bourbon στην Καλλιδρομίου._