| Averell Dalton | Comments ]

Συγκέντρωση συνδικαλ... εεεεε, απορριμμάτων εν καιρώ απεργίας




Στην σύντομη (και, ως απεδείχθη, περιστασιακή) ενασχόλησή μου με την Επιστήμη είχα την τύχη να συναντήσω έναν σπουδαίο δάσκαλο. Αριστερός και Δημοκράτης όσο λίγοι, είχε την νηφαλιότητα να απαντά πως “οι πάντες χρειάζονται Δημοκρατία” σ’ εμάς τους εξυπνάκηδες που, τον καιρό τής αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ, διατεινόμαστε πως “είναι μάταιο – και, επομένως, εκ του πονηρού – να επιχειρείς να επιβάλεις Δημοκρατία σ’ έναν λαό που δεν την έχει γνωρίσει και δεν είναι έτοιμος να την γνωρίσει” – λες και υπάρχουν κατάλληλες και ακατάλληλες στιγμές για να προσφέρεις στον άνθρωπο δικαιοσύνη… Κάποτε λοιπόν, με αφορμή απεργιακές κινητοποιήσεις τής ίδιας περιόδου, μας εξιστορούσε το πώς οι εργαζόμενοι στον τομέα τής Υγείας στην Βρετανία πέτυχαν στις διεκδικήσεις τους έναντι τής κυβέρνησης εν μια νυκτί, προχωρώντας στην εφαρμογή “διοικητικού” μέτρου, που θα μπορούσε να στοιχίσει στο κράτος κάμποσα εκατομμύρια στερλίνες – δίχως απεργίες, δίχως φανφάρες, δίχως δημοσιότητα. Επιμύθιο: “πάντα υπάρχει τρόπος να πάρεις αυτό που θες, εφ’ όσον το δικαιούσαι. Δεν χρειάζεται να στρέφεσαι εναντίον τού συνόλου.”

Υπάρχει στην συνείδησή μου ένα ηθικό μεγαλείο, που συνοδεύει ως φωτεινή άλως την επιλογή τού πολίτη ν’ αγωνισθεί απεργώντας – μεγαλείο παραγνωρισμένο από τους επαγγελματίες κριτικούς τής ενημερωτικής μας πραγματικότητας, αλλά, δυστυχώς, κι από τους πολιτικούς, τους συνδικαλιστές, τον κόσμο όλο. Έχει να κάνει με το γεγονός ότι η εργασία είναι για τον ενεργό πολίτη δικαίωμα, εκτός από υποχρέωση. Δικαίωμα που τον εντάσσει στον παραγωγικό ιστό ως χρήσιμο μέλος και τον βοηθά ν’ απολαμβάνει των προνομίων που η ένταξη αυτή συνεπάγεται. Όταν, επομένως, ο εργαζόμενος απεργεί, απεμπολεί το ύψιστο των δικαιωμάτων του, αυτό που τον καταξιώνει ως κοινωνό, ως πολίτη. Δεν το κάνει όμως ανέξοδα: είναι αναπόσπαστο κομμάτι τής αξιοπρέπειας τού απεργού να αρνείται να αμειφθεί για εργασία που δεν προσέφερε. Η άρνηση αυτή τού στοιχίζει, σε κινητοποιήσεις που διαρκούν, φερ’ ειπείν, μία εβδομάδα, 200-300 ευρώ από τις μηνιαίες απολαβές του τουλάχιστον! Χαράτσι κανονικό, αν σκεφθείς ποιοι είναι αυτοί που φθάνουν συνήθως ως την απεργία – άνθρωποι κακοπληρωμένοι, άνθρωποι με ανάγκες, που διεκδικούν την επιβίωσή τους.

Το πώς έχει καταπατηθεί, το πώς έχει συκοφαντηθεί αυτή η αξιοπρέπεια από το κράτος κι από τους διαπλεγμένους άρχοντες τής επικοινωνίας δεν χρειάζεται να σου το πω εγώ. Αυτό που θέλω να κουβεντιάσω μαζί σου είναι το πώς υπονομεύεται από αυτούς, που ως κυρίαρχο μέλημά τους (υποτίθεται πως) έχουν την υπεράσπιση των εργασιακών κεκτημένων, την επιτυχή έκβαση αγώνων και διεκδικήσεων. Πρώτον, διότι η απεργία θα έπρεπε να είναι το έσχατο μέσο αγώνα, η τελευταία γραμμή άμυνας, ο τρόπος να πεις “δεν πάει άλλο” και να το εννοείς. Αντ’ αυτού, στην χώρα μας κι αλλού μάθαμε να παρατάμε την δουλειά για ψύλλου πήδημα (ακριβώς όπως μάθαμε μικροί, σε ένδειξη “αγωνιστικής ετοιμότητας”, να κλείνουμε σχολεία και σχολές μια φορά τον χρόνο), λες και είναι η απεργία κάποια θεσμοθετημένη αργία. Να ‘χουμε δηλαδή την φθινοπωρινή απεργία για τον Προϋπολογισμό στο ετήσιο πρόγραμμα, μαζί με τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, την Πρωτομαγιά.

Δεύτερον, διότι όταν δεν αντιμετωπίζεις τον απεργιακό αγώνα σοβαρά ο ίδιος, τον απαξιώνεις μόνος σου. Τι νόημα έχει στ’ αλήθεια να καλείς τον κόσμο να βγει στους δρόμους και να διεκδικήσει, αν δεν είσαι διατεθειμένος να φθάσεις μέχρις εσχάτων; Ζήσαμε πέρσι ό,τι εν πολλοίς παρουσιάσθηκε ως ο υπέρ πάντων εργασιακός αγώνας, την μάχη κατά της (αντι)ασφαλιστικής μεταρρύθμισης. Ιδού πώς “συντονίσθηκε” η προσπάθεια: “κυκλικές” 24ωρες ή 48ωρες διαφόρων σωματείων και συντεχνιών γύρω από την μόνη σοβαρή μάχη, αυτήν που έδινε η ΓΕΝΟΠ, ως την κορύφωση τής γενικής απεργίας, που κράτησε μόλις δύο ημέρες! Κι όταν ψηφίσθηκε ο νόμος-έκτρωμα (και με εκκρεμείς, θυμίζω, τις ψηφοφορίες για δημοψήφισμα και πρόταση μομφής), μαζέψαμε τα πρόβατα πίσω στο μαντρί, λες και είχαμε επιτύχει όσα διεκδικούσαμε…

Τρίτον, γιατί δεν μπορείς να αγωνίζεσαι και να μην σέβεσαι τους γύρω σου. Δεν νοείται να πατάς στο “ηθικό σου δικαίωμα” να απεργείς και ν’ αρκεί αυτό για την νομιμοποίησή σου, αντί να προσπαθείς να πάρεις την κοινωνία με το μέρος σου. Πώς; Αποδεικνύοντας ότι παίρνεις τον αγώνα σου στα σοβαρά. Κάνοντας ό,τι είναι δυνατόν για να περιορίσεις την ταλαιπωρία του κόσμου. Αποφεύγοντας την στάση εργασίας σε τομείς ευαίσθητους, όπως η υγεία και η καθαριότητα. Στηρίζοντας εμπράκτως την δράση και τις διεκδικήσεις όλων των σωματείων, όσο μικρά κι αν είναι. Αντιμετωπίζοντας το εργατικό ζήτημα ως ενιαία πάλη κατοχύρωσης δικαιωμάτων για όλους – και μην αφήνοντας ούτε έναν εργαζόμενο τού ιδιωτικού τομέα να νοιώσει ότι μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένος, έτσι κι αποφασίσει ν’ απεργήσει…

Τέλος, διότι ολίγη στρατηγική ουδένα έβλαψε. Ακόμη προσπαθώ να καταλάβω πώς ακριβώς προσέφερε στον περσινό αγώνα η συμμετοχή των δημοσιογράφων το τελευταίο, “κρίσιμο” διήμερο, στερώντας την κοινή γνώμη από κάθε ενημέρωση επί των εξελίξεων…

Στην καλύτερη περίπτωση, οι συνδικαλιστές είναι ένα μάτσο από ηλίθιους, δίχως φαντασία κι έμπνευση ανθρώπους, που δεν ξέρουν πώς ν’ αφουγκραστούν την κοινή γνώμη, δεν ξέρουν ν’ ακούν και να μετουσιώνουν σε αίτημα τις ανησυχίες όσων αντιπροσωπεύουν, που ακολουθούν προπατορικές πεπατημένες και εγχειρίδια δράσης για να δικαιολογούν την απόσπασή τους στα συνδικαλιστικά όργανα. Στην χειρότερη, ενεργούν συνειδητά με τρόπο που, κατά κοινή ομολογία, μάλλον βλάπτει παρά ωφελεί το εργασιακό συμφέρον, βολεύονται, συναλλάσσονται, συμβιβάζουν. Σε κάθε περίπτωση, έχει προ πολλού φθάσει η ώρα για αλλαγές, για ανανέωση σε πρόσωπα και ιδέες. Για τα πρόσωπα η λύση είναι απλή, για όποιον βλέπει πέρα απ’ την μύτη του: υποχρεωτική επιστροφή τού συνδικαλιστή στην θέση εργασίας του μετά από αυστηρά καθορισμένη χρονικά θητεία. Για τις ιδέες, επανέρχομαι στην αφήγηση τού δασκάλου μου: ο καθένας μας μπορεί να σκεφθεί, ανάλογα με τον χώρο εργασίας του, τρόπους πίεσης των εργαζομένων προς τον εργοδότη, χωρίς να θίγει η διεκδίκηση τον ίδιο τον εργαζόμενο, χωρίς να στρέφεται κατά του συνόλου. Ν’ αγωνιζόμαστε πιο συνετά και ν’ απεργούμε όταν δεν γίνεται αλλιώς, ώστε ν’ αποκτήσουν, αγώνες κι απεργίες, το χαμένο νόημά τους. Τόσο απλό, που θα μπορούσαν να το ‘χουν σκεφθεί κι οι συνδικαλιστές._