| Averell Dalton | Comments ]

Έλα, μια δαγκωνίτσα μόνο...





Το χάμπουργκερ είναι η σπουδαιότερη ανακάλυψη που εισήχθη στην ταλαίπωρη τούτη χώρα από την Αμερική. Καθώς το δολλάριο συνεχίζει να βλέπει την πλάτη τού ευρώ, καθώς οι Έλληνες έχουν προ πολλού εγκαταλείψει τα χοροπηδάδικα για τα σκυλάδικα (κι η jazz εξακολουθεί να είναι ακριβό σπορ για τα μέρη μας), ενώ οι περισσότεροι γνωστοί μου προτιμούν να πιουν ρούμι, βότκα ή Johnny με κόκα κόλα αντί για μπέρμπον (και δεν τους αδικώ κι ιδιαίτερα) κι αφού ο Στόλος έχει καιρό να πιάσει Πειραιά, οι γιάνκηδες μπορούν να είναι βέβαιοι πως, όσα χρόνια κι αν περάσουν, το χάμπουργκερ θα παραμείνει το ανεξίτηλο ίχνος τής κουλτούρας τους στην γη τής Πλάκας και τής Τρούμπας.

Το χάμπουργκερ είναι μια ευπρόσδεκτη δαγκωνιά ποικιλίας στην ανιαρή σου καθημερινότητα – όσο καλά κι αν σου μαγειρεύει το φιλέτο η γυναικούλα σου, δεν μπορείς να το τρως κάθε μέρα… Είναι πάντα ζουμερό και ζεστό, γιατί “φτιάχνεται” μπροστά σου, την ώρα που το θες εσύ (ενώ την μπριζόλα που σε περιμένει στο σπίτι θα την βρεις άλλοτε στεγνή, άλλοτε παγωμένη, άλλοτε “σόλα”, άλλοτε ωμή και με τις οδηγίες για το ψήσιμο στο ψυγείο, κάτω απ’ το μαγνητάκι…). Μπορείς να το συνοδεύσεις με ό,τι βλακεία σού κατέβει στο μυαλό: τυρί, μπέικον, μανιτάρια, πίκλες, όλων των ειδών τα ζαρζαβατικά, πατάτες (φυσικά), δεκαεπτά διαφορετικά dressings και σάλτσες – you name it. Μπορείς ακόμη να το πάρεις διπλό, ή να πάρεις δύο ή τρία χάμπουργκερ μαζί, αν γουστάρεις. Η σπιτίσια μπριζόλα σου σπανίως αποδεικνύεται τόσο ευέλικτη, και ποτέ δεν θα βρεις δύο να σε περιμένουν.

Από παιδί μαθαίνεις να ζεις περιμένοντας την ώρα τής χαλάρωσης. Έχεις συνδέσει στο μυαλό σου την Δευτέρα με το σχολείο και το Σάββατο με την ξάπλα, τον Σεπτέμβρη με τα ζόρια και τον Αύγουστο με τα μπάνια και τις διακοπές με την παρέα. Ακόμη και σήμερα ορκίζεσαι ότι το πρωινό κουδούνι ηχούσε διαφορετικά απ’ το μεσημεριανό. Για σένα Κυριακή σημαίνει ποδόσφαιρο, βράδυ Παρασκευής σημαίνει τσίπουρα στο καφενείο, το Σάββατο σινεμαδάκι και ποτά μέχρι το πρωί… Σκορπίζεις γύρω σου σημαδούρες από ζαβολιές κι ατασθαλίες, για να καταφέρεις να διασχίσεις το τέλμα τής καθημερινής σου ρουτίνας – στην δουλειά, στο σπίτι, στην σχέση. Τέλμα, που μπορεί να το γουστάρεις, να το διάλεξες και να μην τ’ αλλάζεις, μόνο που εσύ ξέρεις (κι ας μην μπορείς να το εξηγήσεις στην “μπριζόλα” σου) πως δεν θα τα βγάλεις πέρα, αν δεν πιάνεσαι πού και πού από τις σημαδούρες σου – πότε απ’ την παλιοπαρέα, πότε από ένα ντέρμπι, πότε από μια γυναίκα με διαφορετικό ανάστημα, μέγεθος στήθους, χρώμα μαλλιών και χαμόγελο από εκείνην. Και, φυσικά, θα τρως πού και πού και καμμιά σαβούρα – γιατί ποτέ δεν θα ξεχάσεις εκείνη, την πρώτη παρέκκλιση: το πρώτο χάμπουργκερ που σ’ άφησε ο πατέρας σου να φας, κάποιο Σαββατόβραδο που γυρνούσατε απ’ το λούνα παρκ…

Ο πολύς Paul Newman μάς άφησε πολλές καλές ατάκες φεύγοντας. Το “Necessity is the motherfucker of invention” είναι η προσωπική μου αγαπημένη, κι η περιβόητη με την μπριζόλα και το χάμπουργκερ η λιγότερο αντιπροσωπευτική, κατά την γνώμη μου. Κατ’ αρχάς, γιατί το χάμπουργκερ πρέπει να ήταν από τις αδυναμίες τού εκλιπόντος, αν τουλάχιστον κρίνουμε από το “το να βρει κανείς την αλήθεια στην New York Post είναι εξ ίσου δύσκολο με το να βρει καλό χάμπουργκερ στην Αλβανία”… Κι έπειτα, γιατί μάλλον δεν μας λέει όλη την αλήθεια. Είναι, ούτως ή άλλως, υποψήφιος για οσιοποίηση όποιος αντέξει να ζήσει πενήντα χρόνια με την ίδια γυναίκα! Αν, τώρα, προέκυψε και κανένα “λαθάκι” όλο αυτό το διάστημα, ε, κι ο Άγιος Πέτρος θα του το ‘χει συγχωρήσει… Την ιστορία τού γάμου του με την Woodward την λέει, νομίζω, καλύτερα το “οι άνθρωποι μένουν μαζί επειδή το θέλουν, όχι επειδή οι πόρτες είναι κλειδωμένες” – κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.

Για μένα, ο Paul Newman περιέγραφε τον εαυτό του όταν έλεγε, “για να είσαι ηθοποιός πρέπει να είσαι παιδί”. Ισχύει και για τους άνδρες, φίλε._