| William Dalton | Comments ]

Οι Μπγιόρκλουντ είναι μια μάλλον άσημη οικογένεια της Στοκχόλμης. Ανήκουν στην ευρύτερη αριστοκρατική τάξη, έχουν επαφές με κάποιους παράγοντες του σουηδικού δημοσίου βίου, αλλά ποτέ κανένα μέλος τους δε διέπρεψε σε τίποτα. Μάλιστα, οι πιο νέες γενιές της άρχουσας τάξης αναρωτιούνται συχνά ποιοι είναι αυτοί που βλέπουν μπροστά τους στις περισσότερες εκδηλώσεις. Η απάντηση βρίσκεται πολλούς αιώνες πίσω.
Ένα αυγουστιάτικο βράδυ του 1480 ένας μεσήλικας ψαράς, ο Ταρ Μπγιόρκλουντ επέστρεψε στις νορβηγικές ακτές ύστερα από περιπλάνηση ενός μηνός στη θάλασσα. Μετά τη γιορτή που ακολούθησε για τη διάσωσή του, τον ρώτησαν να τους πει τί του είχε συμβεί. Ενώ, λοιπόν, βρισκόταν στα ανοιχτά είδε ένα μεγάλο ψάρι να περνάει δίπλα από το καΐκι του με ταχύτητα. Το ακολούθησε και για κάμποσες μέρες προσπάθησε να το παγιδεύσει. Όταν κάποια στιγμή αποφάσισε να παραιτηθεί και να γυρίσει πίσω, συνειδητοποίησε ότι είχε φθάσει πιο δυτικά από ποτέ. Για δύο μέρες βρέθηκε σε πλήρη άπνοια, χωρίς να μπορεί να οδηγήσει το πλεούμενό του προς κάποια κατεύθυνση. Αυτό του έδωσε το χρόνο να κάνει κάποιες παρατηρήσεις.
Πρώτον, η γραμμή του ορίζοντα όπως την έβλεπε ήταν καμπύλη κι όχι ευθεία (παρατήρηση που είχαν κάνει και οι αρχαίοι Έλληνες). Αυτό σήμαινε πιθανότατα ότι η γη δεν ήταν επίπεδη , αλλά σφαιρική. Δεύτερον, αφού υπολόγισε την απόσταση που είχε διανύσει, πίστεψε ότι αν συνέχιζε σίγουρα θα συναντούσε κάποια νέα ακτή.Ήδη η θάλασσα που βρισκόταν ήταν η μεγαλύτερη που είχε δει ή ακούσει. Αποφάσισε λοιπόν να το δοκιμάσει. Όταν βρήκε ευνοϊκό άνεμο άρχισε να κινείται δυτικά. Επιβεβαιώθηκε όταν μερικές ημέρες αργότερα, είδε σμήνη από πουλιά να έρχονται από το σημείο προς το οποίο κατευθυνόταν. Όμως, δεν μπόρεσε να συνεχίσει για πολύ ακόμα. Η τρομερή καταιγίδα που συνάντησε τον έσπρωχνε προς την ανατολή. Υπήρξε μία κρίσιμη στιγμή στην οποία έπρεπε να αποφασίσει για το αν θα συνέχιζε το ταξίδι του προς τη νέα γη που φανταζόταν ή θα τα παρατούσε όλα και θα γύριζε στην πατρίδα του.
Ο ήρωας μας στάθμισε τα πράγματα. Μια νέα εύφορη και ανεξερεύνητη ήπειρος με κόστος τη ζωή του, αν δεν τα κατάφερνε και κέρδος πιθανώς την ισόβια παραμονή, χωρίς τη δυνατότητα να ξανακάνει το ταξίδι αντίστροφα, ήταν αυτό που τον περίμενε, αν επέλεγε την πορεία προς δυσμάς. Τελικά επέλεξε την επιστροφή. Θα γυρνούσε πίσω, θα έλεγε την ιστορία του και οι συντοπίτες του θα τον ονόμαζαν σπουδαίο εξερευνητή. Ίσως να κατάφερνε να τους πείσει να οργανώσουν μια προσπάθεια να διασχίσουν τη μεγάλη θάλασσα και να τους δείξει τον παράδεισο που είχε φαντασθεί.
Τα πράγματα, όμως δεν πήγαν ακριβώς έτσι. Αφού τελείωσε την ιστορία του, οι σύντροφοι του γέλασαν, του είπαν ότι πιθανότατα είχε χάσει τον προσανατολισμό του και τον συμβούλευσαν να ξεκουρασθεί από τη δύσκολη περιπέτεια που είχε περάσει. Τις επόμενες ημέρες ο Ταρ Μπγιόρκλουντ ξαναπροσπάθησε να κάνει κουβέντα για τον παράδεισο που βρισκόταν απέναντί τους. Μάλιστα, «θυμήθηκε» ότι ένα πρωινό είχε δει στο βάθος του ορίζοντα στεριά. Οι προσπάθειες, όμως, ήταν μάταιες. Σιγά σιγά, άρχιζαν να τον αντιμετωπίζουν σαν τρελλό. Κατέληξε να επαναλαμβάνει μονότονα την ίδια ιστορία και οι πάντες να τον περιγελούν.
Στα 1490 η οικογένεια Μπγιόρκλουντ μετακόμισε στη Στοκχόλμη. Ο Ταρ, στα γεράματα ασχολήθηκε με το εμπόριο και κατόρθωσε να φτιάξει μια μικρή περιουσία. Η ιστορία με τη θάλασσα είχε ξεθωριάσει στο μυαλό του. Μόνο κάποιες νύχτες με ξαστεριά κι αφού είχε πιει λίγο κρασί παραπάνω τη διηγούνταν στο καπηλειό που σύχναζε.
Στις 12 Οκτωβρίου 1492 ένας ναύτης από το κατάρτι του «Πίντα» είδε στεριά. Την επόμενη μέρα, ένας μεγάλος θαλασσοπόρος, έχοντας υπολογίσει λάθος κατά ένα τέταρτο την περιφέρεια της γης και πιστεύοντας ότι είχε προσεγγίσει τις Ινδίες, πατούσε το πόδι του στην Αμερική.
Στα 1600 η γενέτειρα των Μπγιόρκλουντ πήρε το όνομά τους προς τιμήν μιας ανακάλυψης που πότε δεν έγινε, χάρη σε μια ιστορία που είχε διατηρηθεί από τους ψαράδες ως ανέκδοτο. Αργότερα ειπώθηκε ότι πρώτοι οι Βίκινγκ ανακάλυψαν την Αμερική. Έτσι κι αλλιώς οι απόγονοι του Ταρ ποτέ δε διεκδίκησαν τα πρωτεία, δεν μπορούσαν άλλωστε.
Όπως όλοι καταλάβατε η ιστορία είναι φανταστική. Κατά συνέπεια δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα. Απλώς χρησιμεύει ως αφορμή για το παρακάτω επιμύθιο : Αν πιστεύεις στην ιδέα σου πόνταρε σ’αυτήν. Μπορεί να πνιγείς, μπορεί να μπεις σε ένα δρόμο χωρίς γυρισμό, μπορεί έστω και κατά λάθος να ανακαλύψεις την Αμερική. Αν δεν τολμήσεις, το μόνο που έχεις να κερδίσεις είναι η ησυχία σου και ίσως ένα κείμενο για πάρτη σου από κάποιον που συμπαθεί τους losers.


Υ.Γ. «Θα αρκούσε να το σκεφθεί κανείς για να κάνει αυτήν την ανακάλυψη». Όταν σε ένα δείπνο, κάποιος θέλησε να υποβαθμίσει τον Κολόμβο και το επίτευγμά του, εκείνος προκάλεσε όλους τους παρισταμένους να ισορροπήσουν ένα αυγό κατά το μεγάλο του άξονα. Μετά τις μάταιες προσπάθειες όλων, έσπασε ελαφρά το τσόφλι στη βάση του και το σταθεροποίησε απαντώντας : «Δεν ήταν δύσκολο, αρκούσε να το σκεφθεί κανείς» Άχρηστη πληροφορία ; Εκνευριστική ύβρις στην τύχη του ; Ένδειξη εξαιρετικής ευφυΐας; Μπορεί και τα τρία.