| Averell Dalton | Comments ]

“Τι τρέχει, Κώστα μου;”
Στα πενήντα τόσα χρόνια που ήταν παντρεμένοι, δεν τον είχε ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση. Κατάχλωμος, και σαν να γέρασε δέκα χρόνια σε μια νύχτα. Άθικτος ο καφές, άθικτα και τα καλτσουνάκια, που τόσο αγαπούσε για πρωινό.
“Είδα πολύ άσχημο όνειρο το βράδυ, Μαρίκα.”
“Μπα; Και τι όνειρο είδες, δηλαδή;”
Δίστασε μια στιγμή, σαν να ξαναζούσε τον εφιάλτη. Θα προτιμούσε να μην μιλήσει γι’ αυτό, κι ωστόσο ήξερε πως, αν μπορούσε να μιλήσει σε κάποιον για να ξαλαφρώσει, αυτός ο κάποιος ήταν η Μαρίκα.
“Να μωρέ, είδα… είδα πως πέθανα.”
Δεν γύρισε να την κοιτάξει. Δεν χρειαζόταν: ένοιωθε το εξεταστικό της βλέμμα να τον καρφώνει.
“Αυτό είναι όλο;”
Βαθειά ανάσα. Πάμε:
“Ε, να, το πιο τρομακτικό ήταν που δεν μπορούσα να καταλάβω αν με είχαν στείλει στην Κόλαση ή στον Παράδεισο! Ήταν τόσο… συγκεχυμένα… Κανείς δεν μου έδινε σημασία στην αρχή, κανείς δεν ήλθε να με υποδεχθεί, ήταν όλοι τόσο βιαστικοί, τόσο απασχολημένοι, κινούνταν και μιλούσαν μεταξύ τους με απίστευτη ένταση, θέλω να πω, αν το καλοσκεφθείς, δεν ήταν καν ζωντανοί όλοι αυτοί, πού την έβρισκαν τόση ζωντάνια; Δεν έστεκε… Ύστερα έπεσα πάνω στον Παναγιώτη τον Κανελλόπουλο, κι αυτός μου τα εξήγησε όλα.”
“Τι σου εξήγησε, δηλαδή;”
“Ότι για όλα έφταιγε ο Ανδρέας! Ναι, ο Ανδρέας! Με το που πέθανε, λέει, τα στύλωσε στο Καθαρτήριο των Καθολικών και δεν το κούναγε με τίποτα! Τους αμόλησε εκεί πέρα κάτι επαναστατικά, τον πιστέψανε αυτοί, τα στυλώσανε και του λόγου τους και δεν το κουνάγανε – ούτε για Κόλαση, ούτε για Παράδεισο! Διαδόθηκε το πράγμα, έφτασε στ’ αυτιά των έγκλειστων, ξεσηκώνονται με τη σειρά τους, επανάσταση κανονική! Πέφτουν τα σύνορα, πάει η Κόλαση, πάει ο Παράδεισος, όλα ένα! Κι όλα αυτά τους τα ‘κανε, ποιος; Ο Ανδρέας! Ο Ανδρέας…”
“Μπα σε καλό σου, Κώστα μου!” έκανε η Μαρίκα, σκασμένη στα γέλια. “Είναι το πιο αστείο όνειρο που έχω ακούσει ποτέ!”
“Ναι, γέλα εσύ. Δεν θα ‘χεις κανέναν να σε κυνηγάει στον άλλο κόσμο και να σε φωνάζει αποστάτη…”
“Μα καλά, ούτε τώρα, που ‘χει πεθάνει τόσα χρόνια, δεν έχει πάψει να σε κυνηγάει αυτό το πράγμα;”
Δεν της απάντησε. Η διήγηση τον είχε αναστατώσει ξανά, ήταν ολοφάνερο. Προσπάθησε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που τον είχε δει τόσο φοβισμένο, μα δεν τα κατάφερε. Ίσως και να μην τον είχε δει ποτέ, συλλογίσθηκε. Πάντα τον θαύμαζε γι’ αυτό, άλλωστε: τόσο θαρραλέος, φωνακλάς, καταφερτζής…

Για λίγο δεν μίλησε κανείς. Εκείνος βρήκε καταφύγιο στην σιωπή και κατέβασε τους σφυγμούς του σε νορμάλ επίπεδα, εκείνη χαμογελούσε στην θύμηση τού λεβέντη που ερωτεύθηκε, που παντρεύτηκε, που έμαθε ν’ αγαπά. Ύστερα του χάιδεψε το χέρι τρυφερά, κι είπε να βάλει τα πράγματα σε τάξη.
“Ε, λοιπόν, πολλή σημασία έδωσες σ’ αυτό σου τ’ όνειρο, καλέ μου. Πρώτον, γιατί αν υπάρχει Θεός, και πιστεύω πως υπάρχει, ο Ανδρέας θα ψήνεται τώρα, ολομόναχος, στο μεγαλύτερο καζάνι τής Κόλασης! Δεύτερον, σαν πολύ δεν βιάζεσαι να πας να τον ανταμώσεις τον μασκαρά; Εσύ θα μας θάψεις όλους και το ξέρεις… Κι ύστερα, πες ότι τ’ όνειρο βγαίνει στ’ αλήθεια. Ε, και; Η καλύτερή σου! Θα γλιτώσεις την Κρίση, θα γλιτώσεις την Κόλαση, θα ‘χεις και τον Ανδρέα να τσακώνεστε στον αιώνα! Τι άλλο θες, δηλαδή;”
Δεν αποκρίθηκε, αλλά η διάθεσή του είχε αλλάξει. Κάτι σαν χαμόγελο πήγε να σχηματισθεί στο γέρικο πρόσωπό του. Σκέφθηκε να της το ανταποδώσει, να της πει κάτι σαν “σε θέλω κι εσένα μαζί”, το μετάνιωσε, δεν ήξερε πώς να το πει – τέτοιος ρήτορας, και να μην μπορεί να βγάλει άχνα ώρες ώρες…
Η Μαρίκα στηρίχθηκε στο τραπέζι με τα χέρια της και σηκώθηκε όρθια με δυσκολία. Η δουλειά είχε γίνει. “Θα πω στη Λενιώ να σου ψήσει άλλο καφέ, αυτός πάγωσε, τόση ώρα που κάνεις. Και φάε τίποτα! Θ’ αρρωστήσεις καμιά ώρα και να δω ποιος θα σε φροντίζει, κακομοίρη μου…” Πήρε το πι της και βάλθηκε να σέρνεται προς την πόρτα, με την στωικότητα που θα πρέπει να επιστρατεύει ο Σίσσυφος κάθε φορά που ξεκινά το κύλισμα τής πέτρας απ’ τους πρόποδες προς την κορυφή, ξέροντας ότι δεν θα ‘ναι ούτε ετούτη η φορά η τελευταία… Έφτασε, με τα πολλά. Κι εκεί στάθηκε, και γύρισε προς το μέρος του για να βάλει την τελευταία πινελιά: “Και να σου πω και κάτι άλλο; Οι παρτίδες σου μ’ ετούτον εδώ τον κόσμο δεν τέλειωσαν ακόμη! Εκείνος έφυγε όπως-όπως, κι ούτε την υστεροφημία του πρόλαβε να σκεφθεί ούτε τίποτα! Εσύ να δούμε τι θα κάμεις…”
Έξοδος. Αυλαία. Στο βάθος τού μυαλού του ξεσπούσαν χειροκροτήματα κι επευφημίες γι’ αυτήν την νέα, υπέροχη ιδέα. Πώς πάει και τα σκέφτεται κάτι τέτοια η Μαρίκα; Θα πρέπει να βρει τρόπο να την ευχαριστήσει γι’ αυτό – αργότερα. Έτρεξε στο τηλέφωνο και σχημάτισε από μνήμης τον αριθμό. “Έλα Γιάννη μου, τι κάνεις; Ο Πρόεδρος είμαι… Καλά Γιάννη μου, ευχαριστώ… Δόξα τω Θεώ, Γιάννη μου… Άκου τι σε ήθελα, Γιάννη: είχα μιαν ιδέα και υπολόγιζα πως θα μπορούσες να με βοηθήσεις μ’ αυτήν. Πρόκειται για ένα συνέδριο…”