| Averell Dalton | Comments ]

Βρες κι εσύ έναν δολοφόνο, μπορείς


Παρακολουθώντας την εξέλιξη στο “Rear Window” του Alfred Hitchcock, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στα θερινά σε αποκατεστημένη κόπια, έχεις την έντονη πεποίθηση πως το όλο δράμα θα καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος στην επόμενη στροφή, πως θ’ αποδειχθεί πέρα από κάθε αμφιβολία η φαντασιοπληξία τού φωτορεπόρτερ-ερασιτέχνη-ντετέκτιβ Stewart, θα του φορέσουν τον ζουρλομανδύα που του αξίζει κι όλοι μας θα γυρίσουμε στα σπίτια μας ευτυχισμένοι για τον θρίαμβο τής κοινής λογικής επί της μυστηριολαγνείας – και της κατάχρησης ουσιών. Εγώ, τουλάχιστον, την είχα. Φεύγοντας από το σινεμά, κι αφού ο ένοχος είχε ομολογήσει το έγκλημα κι όλοι μου γενικώς οι φόβοι είχαν επαληθευθεί, σκεπτόμουν πως, αν ήμουν Αμερικανάκι στην δεκαετία τού ΄50 κι έβλεπα την ταινία, θα έβγαινα απ’ τα ρούχα μου με την αδιαφορία που επεδείκνυε ο αστυνομικός φίλος τού ήρωα μπροστά στα “αδιάσειστα” στοιχεία.

Αν σου πρότεινα να δεις μια ταινία που επί 112 λεπτά τής ώρας εκτυλίσσεται σ’ ένα μόνο δωμάτιο, θα σκεπτόσουν “no, thanks, δεν μ’ αρέσει ο Αγγελόπουλος”. Κι όμως, είναι Hitchcock! Περνάς τα πρώτα 100 λεπτά περιμένοντας να δεις πού θα το πάει ο ποιητής, και καταλήγεις να ρουφάς το υπόλοιπο με μια ανάσα. Όλο το έργο προετοιμάζει ύπουλα το έδαφος για την τελευταία καταιγιστική σεκάνς. Δεν το συνειδητοποιείς, σχεδόν βαριέσαι, μόλις όμως ο δολοφόνος περνά επί τέλους το κατώφλι τού διαμερίσματος τού (καθηλωμένου λόγω ατυχήματος) Stewart, η καρδιά σου πάλλεται στον ρυθμό που αρμόζει στην περίσταση. Πενήντα χρόνια μετά, οι ταινίες τού θείου Alfred λάμπουν το ίδιο – κι όχι τυχαία: τέτοια μαεστρία στο στήσιμο, στην δημιουργία ατμόσφαιρας, στην υποβόσκουσα τροφοδοσία τής έντασης χωρίς την παραμικρή υποψία δράσης σε πρώτο πλάνο ουδείς, πλην του Haneke, σύγχρονος κινηματογραφιστής μπορεί να καυχηθεί ότι διαθέτει.

Ενώ η πρώτη εντύπωση είναι πως ο μεγάλος σκηνοθέτης έχει βάλει κάποιο προσωπικό στοίχημα να στήσει το απόλυτο θρίλερ χωρίς να κουνήσει τον πρωταγωνιστή από την καρέκλα του, η αλήθεια μάλλον βρίσκεται αλλού. Ο στόχος, στην πραγματικότητα, είναι ο θεατής. Ο Hitchcock θέλει να τον αναγκάσει να περάσει από την άλλη πλευρά τού πανιού – ή, έστω, να τον κάνει ν’ αποδεχθεί πως όσα συμβαίνουν στο πανί θα μπορούσαν εύκολα να συμβαίνουν και στον αληθινό κόσμο, δίπλα του, μπροστά στα μάτια του. Και, φυσικά, τα καταφέρνει: δεν είναι μόνο το (συνηθισμένο για πολλούς) περιβάλλον τής κοινόχρηστης αυλής που θ’ αποτελέσει το θέατρο των γεγονότων, δεν είναι μόνον οι, χαρούμενες ή θλιβερές, συγκινητικές ή κωμικές ιστορίες καθημερινών ανθρώπων που περικυκλώνουν την κυρίως δράση. Ο άσος στο μανίκι τού δημιουργού είναι η ιδέα να καθηλώσει τον ήρωα στην θέση του, να τον καταστήσει ανήμπορο (στην θεωρία) θεατή των γεγονότων, στην ίδια μοίρα με το κοινό στην αίθουσα. Μετά από λίγο το πείραμα έχει πετύχει, η ταύτιση είναι σχεδόν πλήρης, και τα αποτελέσματα άξια προσοχής.

Σ’ εκείνη την κρίσιμη καμπή μέσα στο έργο όπου ο Stewart αμφιβάλλει για τον εαυτό του και τα συμπεράσματά του, ο Hitchcock τον βάζει ν’ αναρωτιέται για το ηθικό ή μη τού να χώνει κανείς την μύτη του στις υποθέσεις των άλλων, για την νομιμότητα τού να καθίσταται η ιδιωτική ζωή τού καθενός από μας προσπελάσιμη από την περιέργεια των γύρω μας. Ελάχιστες στιγμές μετά, το ηθικό δίλημμα λύεται ως διά μαγείας. Από μηχανής θεός, ένα κανίς με σπασμένο αυχένα στο μέσο της κοινόχρηστης αυλής, με την συντετριμμένη κυρά του να κατηγορεί γείτονες και συγκατοίκους για την “σκληρότητα και την αδιαφορία τους”. Το σκηνικό θριάμβου τής αυτόκλητης έρευνας επί του ιδιωτικού ασύλου ολοκληρώνεται με την εξιχνίαση ενός στυγερού εγκλήματος που διεπράχθη από τον κακό, που ακούει στο ύποπτα ευρωπαϊκό όνομα “Lars Thorwald”, χάρη στην παρατηρητικότητα και τις ενδείξεις που συγκέντρωσε ένας καθημερινός, ίδιος με μας, άνθρωπος – και δίχως ουσιαστική απόδειξη, σχεδόν ως το τέλος.

Θα ήταν ίσως άδικο να αποδοθεί στον Hichcock διάθεση χειραγώγησης τής σκέψης τού θεατή, ή διαμόρφωσης συνειδήσεων. Αλλά η καλλιτεχνική δημιουργία αντανακλά συχνά (αν όχι πάντα) τα ήθη τής εποχής. Και στην Αμερική τού 1954, με τον Μακαρθισμό στο απόγειό του, ουδείς τολμούσε να σε εγκαλέσει επειδή επέδειξες προθυμία για συνεργασία με τις Αρχές – ακόμη κι αν ήταν Κομμουνιστής. Εκείνην ακριβώς την χρονιά, άλλωστε, το Oscar σκηνοθεσίας κατέληξε στα χέρια κάποιου τύπου, που άκουγε στο όνομα Elia Kazan…

Υ.Γ.: Η Grace Kelly είναι, δίχως αμφιβολία, κλασική. Δεν έχει τον αυθορμητισμό, το μπρίο και την “ιδιοσυγκρασία γαλής” που έκαναν άλλες συναδέλφους της διάσημες (και επιθυμητές), αλλά η ομορφιά της είναι αψεγάδιαστη, αριστοκρατική – κι εκπέμπει κι εκείνη την ενέργεια που σου κόβει τα γόνατα, σε κάνει να θες να την βάλεις σε βάθρο και να την λατρεύεις, χωρίς να επιτρέπεις σε κανέναν, ούτε στον εαυτό σου, να την αγγίξει. Στο “Rear Window”, αποδεικνύει πως δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που να μην μπορείς να κάνεις με χάρη – είτε ετοιμάζεις το δείπνο, είτε πηδάς φράχτες. Poetry in motion…_