| Jack Dalton | Comments ]

Είχε μεσημεριάσει για τα καλά, όταν ο Βάγγος τεντώθηκε στο ντιβάνι του και χασμουρήθηκε δυνατά. Η μέρα έδειχνε καλή και ο «σκληρός» ήλπιζε η νύχτα να ήταν ακόμη καλύτερη. Ανασηκώθηκε, έστρωσε το μαξιλάρι και, έτσι όπως ήταν στο κρεβάτι, άναψε το πρώτο του τσιγαράκι. Το μυαλό του αμέσως πήγε και πάλι στον Μήτσο τον «στραβοτζούρη». Έπρεπε να τον ξεκοιλιάσει απόψε κιόλας, γιατί μεθαύριο θα παραλάμβανε 3 νέα κορίτσια, από την Ουκρανία, και δεν είχε φράγκα να τις πληρώσει!

Πήγε στο κουζινάκι και έψησε ένα βαρύ γλυκό, με λαχταριστό καϊμάκι. «Κατάντια κι αυτή», σκέφτηκε, «να μην έχω μια γυναίκα να μου φτιάχνει έναν καφέ ρε αδελφέ». Όμως ας παραπονιόταν πού και πού, ήξερε ότι με τη ζωή που είχε επιλέξει να κάνει, δεν γινόταν να είναι παντρεμένος ή έστω να είχε καμία σπιτωμένη. Άλλωστε, όπως πίστευε, αυτός ανήκε σε όλες τις γυναίκες. Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε τρεις και τέταρτο και υπολόγιζε ότι σε καμιά ωρίτσα, αν πήγαινε στο Πέραμα, θα μάζευε τις πληροφορίες που ήθελε. Το είχε αποφασίσει. Αύριο η μάνα του Μήτσου θα ντυνόταν στα μαύρα.

Αφού πλύθηκε, έριξε μια… ξεγυρισμένη ξούρα (πάντα κόντρα) και διάλεξε να φορέσει το κοστούμι του το ριγέ, το διπλοσταυροκουμπωτό. Βγήκε στο δρόμο και σταμάτησε ένα ταξί. «Στο Πέραμα, στην πλατεία», είπε χωρίς πολλά πολλά, γιατί δε γούσταρε τις κουβέντες τέτοια ώρα, αλλά ο ταρίφας είχε διάθεση για πάρλα.
- Για ουζάκι πάτε κύριε;
- Όχι...
- Α, επίσκεψη, έχετε κανένα συγγενή;
- Όχι...
- Εργάζεστε μήπως εκεί;
- Όχι...
- Ααααα, τώρα το έπιασα. Αίσθημα, αίσθημα;
- Όχι ρε, και σκάσε γιατί με ζάλισες. Δουλειά σου! Οδήγα και βούλωστο!
- Καλά κύριος, δεν είπαμε και τίποτα...
- Είπες ρε, κι αν πεις άλλα θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα!
- Έγινεεεεεεεε!
- Ρε, ξέρεις ποιος είμαι εγώ;
- Ε, όχι! Αλλά για κάτσε να γυρίσω να σε δω καλύτερα…! Χμμμμ… κάτι μου θυμίζεις τώρα που κοζάρω το… τούτο σου!
- Να σου πω λοιπόν για να μην τυραννιέσαι. Ο Βάγγος ο «σκληρός». Σου λέει τίποτα;
- Εεεεε, μάλιστα μάλιστα, πώς δεν μου λέει. Πω πω, και γω σε έπρηξα με τη φλυαρία μου. Με το μπαρδόν κύριε, με το μπαρδόν. Κι αν είπαμε και καμιά κουβέντα παραπάνω, σχώρα με!
- Καλά, εντάξει!
Όταν έφτασαν στο Πέραμα, ο ταξιτζής κατέβηκε και του άνοιξε την πόρτα. Ο Βάγγος με το που πήγε να βάλει το χέρι στην τσέπη, έκπληκτος είδε τον οδηγό να κάνει μια υπόκλιση μπροστά του και να του λέει: «Η κούρσα κερασμένη. Έτσι για τη… φλυαρία μου. Καλό απόγευμα». Ο «σκληρός» χαμογέλασε από καμάρι, όχι γιατί γλίτωσε τα λεφτά, αλλά επειδή είδε τον τρόμο στο πρόσωπο του ταξιτζή. Τελικά ο μύθος του κρατούσε ακόμα και όλοι τον… σκιάζονταν! Αυτόν τον μύθο θα ενίσχυε ακόμα περισσότερο απόψε, για να μην ξεχνά κανείς ποιος είναι το πρώτο μαχαίρι στην πιάτσα.

Μπήκε στον καφενέ του Λευτέρη και αμέσως έπεσε σιγή. Με μιας διακόπηκαν όλες οι κουβέντες. Ο Βάγγος φούσκωσε σαν παγώνι και τράβηξε μια καρέκλα να κάτσει σε ένα γωνιακό τραπέζι. Σιγά σιγά ακουστήκαν κάτι ψίθυροι. «Ρε σεις, αυτός δεν είναι ο Βάγγος;», «Ωχ, για να έρθει αυτός εδώ, κάποια μάνα θα κλάψει», «λέτε να ήρθε για φονικό;», «τελικά είναι πιο ψηλός από ό,τι υπολόγιζα», «τι να θέλει άραγε το πρώτο μαχαίρι στα μέρη μας;», «εγώ λέω να την κάνω από εδώ μέσα όπου να ‘ναι». Ο Βάγγος ζήτησε ένα βαρύ γλυκό και ένα λουκούμι και άφησε με τουπέ το πακέτο με τα τσιγάρα και τον αγαπημένο του αναπτήρα στο τραπέζι. Στον απέναντι τοίχο, το ρολόι με το εκκρεμές έδειχνε πέντε παρά δέκα, άρα θα έκαναν την εμφάνισή τους σε λίγα λεπτά ο Ανέστης και ο Μένιος. Οι άνθρωποί του. Πράγματι τα δύο ξαδέλφια, «Εγγλέζοι» στο ραντεβού τους, φάνηκαν δύο λεπτά πριν τις πέντε στο κατώφλι του Λευτέρη. Μόλις τον είδαν, κατευθύνθηκαν προς το τραπέζι του. Ήταν λίγο μαγκωμένοι. Αφού έδωσαν την παραγγελία τους, μπήκαν κατευθείαν στο ψητό.
- Γεια σου Βάγγο, πώς πας;
- Ας τα λέμε καλά. Αλλά ας αφήσουμε τα τυπικά. Πείτε μου για τον Μήτσο τον «στραβοτζούρη», πού συχνάζει και πού νομίζετε ότι θα τον βρω… μπόσικο.
- Λοιπόν, άκου. Ο Μήτσος κάθε βράδυ φεύγει από το σπίτι γύρω στις 10. Αφού βολτάρει λίγο στην πλατεία, πηγαίνει στα μαγαζιά του. Αρχικά περνάει από τη λέσχη, κοζάρει πόσα τραπέζια είναι γεμάτα, πόσα κουμάσια είναι μέσα, τι τζόγος γίνεται και αν υπάρχει κανένας ύποπτος για φασαρία. Όταν βεβαιωθεί ότι όλα βαίνουν καλώς, ανηφορίζει για το άλλο του μαγαζί, το «Χωρίς Ταμπού». Εκεί κάθεται και πίνει, βλέπει τα κορίτσια να χορεύουν και να τα αρπάζουν από τους λιγούρηδες. Εννοείται ότι όσοι θέλουν να τον βρουν και να στήσουν οποιαδήποτε βρωμοδουλειά, εκεί πηγαίνουν. Από το μαγαζί φεύγει στο κλείσιμο, μαζί με όλη την είσπραξη στην τσέπη και κατηφορίζει προς το μπουρδέλο της Κατίνας. Έχει έρθει εδώ και δυο μήνες μια Βουλγάρα στο «σπίτι», η Στέφκα, που τον έχει τρελάνει. Κάθε ξημέρωμα εκεί πηγαίνει. Διαλέγει αυτήν την ώρα που δεν έχει κόσμο, για να μην τον βλέπουν και μετά παίρνει την… καλή του, αφού έχει τελειώσει και την κερνάει σούπα στο «Γλυκοχάραμα».
- Σπίτι μετά γυρίζει μόνος;
- Ναι, αλλά δεν είναι καλή ώρα για να γίνει η δουλειά, γιατί θα είναι ήδη μέρα και θα υπάρχουν πολλά μάτια γύρω.
- Και πότε λέτε ότι βολεύει;
- Το ξημέρωμα, όταν πηγαίνει στης Κατίνας. Τότε δεν κυκλοφορεί κόσμος, το μπουρδέλο είναι απόμερο και περνάει από πολλά στενοσόκακα που δεν υπάρχει ψυχή. Άσε που είναι και φορτωμένος με τις εισπράξεις, οπότε θα υπάρχει και δικαιολογία για το… κακό.
- Ναι, μάλλον έχετε δίκιο. Να φαίνεται σα ληστεία κι όχι σαν ξεκαθάρισμα. Αν βέβαια όλα αυτά που λέτε ισχύουν και δεν μου έχετε αραδιάσει μπαρούφες.
- Τι είναι αυτά που λες αφεντικό; Είναι δυνατόν; Ό,τι είπαμε είναι «σπαθί».
- Ωραία τότε.
- Και πότε θα γίνει;
- Απόψε.
- Απόψε;
- Ναι ρε, γιατί χλωμιάσατε;
- Μήπως βιάζεσαι;
- Το γοργόν και χάριν έχει! Ρε, ξέρετε ποιος είμαι εγώ, ξέρετε με ποιον μιλάτε; Με το πρώτο μαχαίρι.
- Ό,τι πεις, εσύ ξέρεις. Θα χρειαστείς κάτι από εμάς;
- Όχι, μόνο αν αλλάξει κάτι ενημερώστε με! Α, κι αν με πάρει κανένα μάτι στην περιοχή, να πείτε ότι είχαμε ραντεβού για δουλειά. Για σερβιτόρους στο «Sexy Dolls». ΟΚ;
- Έγινε!
- Άντε, τα λέμε.

Αμέσως σηκώθηκαν να φύγουν , χωρίς καν να τελειώσουν τον καφέ τους. Στα καπάκια, ο Βάγγος άφησε λεφτά στο μαρμάρινο τραπεζάκι για τους καφέδες, άναψε ένα τσιγάρο και βγήκε από τον καφενέ του Λευτέρη. Σκοτείνιαζε. Ήθελε λίγο να περπατήσει και να βάλει σειρά στις σκέψεις του. Να στήσει καλά το πλάνο για το φονικό. Έπρεπε να ακονίσει και το μαχαίρι του, που είχε καιρό να χωθεί σε ανθρώπινη σάρκα. Τράβηξε μια μεγάλη τζούρα, συλλογίστηκε τα χιλιάρικα που θα φούσκωναν την τσέπη του, αλλά και ότι μετά από καιρό θα… ξεσκούριαζε και γέμισε από χαρά. Επιτέλους, λίγη δράση και συνάμα αρκετά λεφτά. Χαμογέλασε. Η μεγάλη ώρα πλησίαζε, έπρεπε να ξεκουραστεί. Σταμάτησε ένα ταξί. Αφού είπε στον οδηγό πού θέλει να τον πάει άκουσε το ραδιόφωνο να παίζει Πουλόπουλο: «Καντήλι καίει ένας καημός, θα γίνει απόψε χαλασμός, πηγάδι ανοίχτηκε βαθύ, απόψε κάποιος θα χαθεί, απόψε κάποιος θα χαθεί. Μαύρη είναι η μοίρα…»

Συνεχίζεται…

ΥΓ. Απλά ενημερώνω ότι ακόμα δεν έχω πάρει ούτε Ευρώ...