| Jack Dalton | Comments ]

Ξημέρωνε πια…! Ο ουρανός ήταν «ντυμένος» με υπέροχα χρώματα και ο ήλιος σιγά σιγά έκανε την εμφάνισή του στο βάθος, εκεί που ενωνόταν ο μαβής ουρανός και η γαληνεμένη θάλασσα. Ο χρυσός δίσκος, ακόμα όχι πολύ φωτεινός, μόλις που διακρινόταν πίσω από το καΐκι που έφευγε από το λιμάνι. Ο «σκληρός» δεν συμμεριζόταν τη ρομαντική διάθεση των κοριτσιών, με τα οποία έφευγε μαζί τώρα από το «sexy dolls». Αυτές ονειρευόντουσαν… ρομάντζα και εκείνος ένα διπλό πατσά χοντροκομμένο, με μπόλικο μπούκοβο* για να στρώσει το στομάχι μετά από τόσα Ballantines. Αφού χαιρέτησε τις τσούπρες που κατευθύνονταν στο διπλανό φούρνο για να φάνε το… κατιτίς τους , αυτός σκυφτός και βαρύς πήρε το δρόμο προς το «Μερακλίδικο», το πιο καλό πατσατζίδικο της πιάτσας. Με το που έστριψε στο στενό, χαιρέτησε δυο τρία μαγκάκια και τα ρουθούνια του γέμισαν από την ευωδιά του Αθηναγόρα, του ιδιοκτήτη και… μάστορα του εστιατορίου. Το μαχαίρι που ψιλοέκοβε τον πατσά ακούγονταν μέχρι έξω και ο Βάγγος επιτάχυνε το βήμα μου για να μπει γρήγορα – αλλά όπως πάντα καμαρωτά- στο μαγαζί. Εκεί τον υποδέχτηκαν σαν… ήρωα της περιοχής, να μην πω σα δήμαρχο!



Αφού ο Βάγγος έκανε τις δημόσιες σχέσεις του, διάλεξε ένα τραπέζι στη γωνιά, δίπλα στη τζαμαρία, και για να έχει στο οπτικό του πεδίο όλο το μαγαζί και να ελέγχει, αλλά και για να βλέπει έξω την κίνηση στο δρομάκι. Δεν χρειάστηκε καν να παραγγείλει. Τον ήξεραν καλά εκεί. Αμέσως ήρθε το πανεράκι με το ψωμί να ξεχειλίζει και μέσα το κουτάλι. Συνοδευόταν από μία μπίρα, έτσι για το… σβήσιμο. Σε δύο λεπτά ήρθε και η γαβάθα (σε πιάτο δεν χωρούσε η ποσότητα) με τον μοσχοβολιστό πατσά. Πρώτη κίνηση το γέμισμα της γαβάθας με μπούκοβο και μπόλικο ξύδι, μετά ανακάτεμα καλό και ύστερα καμιά δεκαπενταριά μπουκιές ψωμί, ρίχτηκαν στη σούπα για να παπαριάσουν. Η ιεροτελεστία είχε ολοκληρωθεί, οπότε… βούρ στον πατσά που λένε, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ήταν κυριολεκτικό. Ο «Σκληρός» έτρωγε με λύσσα, λες και κάποιος θα του έπαιρνε το πιάτο, ε συγγνώμη τη γαβάθα ήθελα να πω, από μπροστά του. Ο Βάγγος σε πολλά πράγματα μπορούσε να αντισταθεί, όχι όμως σε λαχταριστό πατσά. Αφού τον καταβρόχθισε λοιπόν, άναψε ένα σέρτικο και κοιτούσε το γλυκοχάραμα από το παράθυρο του «Μερακλίδικου». Μέσα στα σύννεφα καπνού, το βλέμμα του έδειχνε ταξιδιάρικο. Ο νους του ήταν αλλού. Στην κουβέντα με τον Βρασίδα, τον μελλοθάνατο το Μήτσο τον στραβοτζούρη και βέβαια τα 100 χιλιάρικα, που θα τον ξελάσπωναν, γιατί ο κόσμος πλέον ήταν χορτασμένος από μπουτάκια και βυζάκια και το μαγαζί του δεν γνώριζε τις πιένες του παρελθόντος. Στη σκέψη αυτή έσκασε ένα στραβό χαμόγελο, γιατί είχε πιάσει κορόιδο τον Βρασίδα. Τον Μήτσο θα τον ξεκοίλιαζε και με 30 χιλιάρικα! Αφού πέρασαν αυτές οι σκέψεις από το μυαλό του, πέρασε και η ώρα, οπότε έκανε νόημα για το λογαριασμό. Αντί όμως να έρθει ο σερβιτόρος, πήγε κοντά του το αφεντικό, ο Αθηναγόρας, του έκλεισε το μάτι, του είπε πως ο πατσάς ήταν κερασμένος και παράλληλα του ζήτησε να πει μια καλή κουβέντα στη Μαρίζα, η οποία τον είχε τρελάνει με τα ναζάκια και τα τερτίπια της!


Όταν ο «Σκληρός» έφτασε σπίτι του, ήταν ήδη πρωί. Ξεντύθηκε γρήγορα, φόρεσε τις ριγέ βυσσινί του πιτζάμες και ξάπλωσε. Ήθελε να δει στον ύπνο του σκατά, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι θα έπαιρνε λεφτά, οπότε η δουλειά στο Πέραμα με το Μήτσο θα πήγαινε καλά. Αντ’ αυτού είδε κάτι πρόβατα. Όχι, όχι, δεν μετρούσε προβατάκια για να κοιμηθεί. Έβλεπε αρνιά και αμέσως μετά είδε σε έναν πάγκο συκωτάκια, αμελέτητα, εντόσθια και κοψίδια. Πιο δίπλα πολλά εντεράκια! Τι στο διάολο, κοκορέτσι θα φτιάξουν, αναρωτήθηκε στον ύπνο του. Αμέσως μετά του κόπηκε η χολή. Ένα τεράστιο μαχαίρι μπήκε στο οπτικό του πεδίο και πάγωσε. Νόμιζε πως ήρθε η ώρα του. Όμως γρήγορα κατάλαβε πως άδικα τρόμαξε. Το μαχαίρι το κρατούσε ο Αθηναγόρας (και όχι ο Μήτσος ο «στραβοτζούρας» για να τον σφάξει), ο οποίος ετοιμαζόταν να τεμαχίσει τα καλούδια του. Ξύπνησε μέσα στον ιδρώτα και στο άγχος, βουτηγμένος σε έναν έντονο προβληματισμό. Φοβόταν ενδόμυχα την αναμέτρησή του με τον Μήτσο ή του είχε πέσει τόσο βαρύς ο πατσάς; Δεν ήξερε, αλλά σύντομα θα το ανακάλυπτε. Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να ζει με αυτήν την αμφιβολία. Αυτός δεν φοβόταν ποτέ, δεν είναι δυνατόν να του συνέβαινε τώρα, σε αυτόν, στο πρώτο μαχαίρι της πιάτσας! Μήπως είχε αρχίσει να γερνάει; Όχι, δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Το πήρε απόφαση. Μόλις σηκωνόταν από τον –ταραγμένο- ύπνο του, θα έπινε τον βαρύ-γλυκό του, θα ντυνόταν στην τρίχα και θα πήγαινε μια βόλτα από το Πέραμα για πληροφορίες. Η δουλειά έπρεπε να γίνει άμεσα, το γρηγορότερο δυνατό. Με αυτή τη σκέψη, έριξε ένα εκκωφαντικό ρέψιμο (η σκορδίλα έγινε αυτομάτως διάχυτη στο χώρο) και άλλαξε πλευρό. Αυτή τη φορά, ο Μορφέας ήταν σύμμαχός του!

Συνεχίζεται…

*μπούκοβο: Αποξηραμένη κόκκινη καυτερή πιπεριά, κομματιασμένη σε πολύ λεπτές φλούδες

ΥΓ. Να τονίσω στο κοινό, ότι ακόμα δεν έχω πάρει ούτε σεντ.