| Jack Dalton | Comments ]

Ο κόσμος σιγά σιγά γέμιζε το «Sexy Dolls», καθώς η νέα γαλλίδα χορεύτρια με το όνομα «Σεξ-Αμελί» υποσχόταν ένα υπέροχο θέαμα, που όμοιό του δεν είχαν ματαδεί οι θαμώνες. Θα ανέβαινε στην πίστα με τον μακρύ κροταλία να κυλιέται πάνω της και να χαϊδεύει όλο της το κορμί. Στη φωτό της αφίσας, ο περιβόητος κροταλίας («ο αδιάκριτος όφις» όπως αναγραφόταν) κυλούσε ανάμεσα στα στιβαρά στήθη – που κοιτούσαν τον ουρανό - της αρτίστας! Ο Βάγγος χαμογελούσε ικανοποιημένος, μιας και το νέο του νούμερο έδειχνε να έχει ανταπόκριση. Μάλιστα ξαφνικά είχε τόσο κέφι που φώναξε κοντά του τον φακιδομούρη μπάρμαν του, τον Αλέκο και του είπε: «Ρε συ έχεις δει τις ρόγες της καινούργιας; Κρεμάς πάνω τους το σακάκι σου, χαχα» και γέλασε τόσο άκομψα και δυνατά μόνος του με την εξυπνάδα που είπε, ώστε οι πελάτες που βρίσκονταν κοντά του τρόμαξαν.


Το show της γαλλιδούλας ήταν πράγματι πρωτοποριακό και κάποιος δίπλα του το χαρακτήρισε «προχώ». Ο Βάγγος δεν κατάλαβε τι εννοούσε ο άλλος, αλλά επειδή το είχε πει ενθουσιασμένος, πίστεψε ότι ήταν θετικό το σχόλιο και δεν του την έπεσε! «Ο σκληρός» δεν δεχόταν υποτιμητικά σχόλια για τα κορίτσια του. Όλα κι όλα, αυτός μπορεί να τις ξεφτίλιζε, αλλά όλοι οι άλλοι έπρεπε να τις σέβονται. Φώναξε πάλι τον Αλέκο και έσπρωξε το κρυστάλλινο ποτήρι του, δίνοντας το σύνθημα να γεμίσει με Ballantines. Φυσικά θα γέμιζε ταυτόχρονα και το μπολ με φιστίκια. Πήρε στο χέρι του τον χρυσό zippo με το αφρικανικό μαχαίρι που κοσμούσε τη μία πλευρά του και άναψε ένα από τα σέρτικα τσιγάρα του. Κάτι τον… έτρωγε μέσα του και παράλληλα τον έτρωγε το αυτί του. Δεν ξεκολλούσε το βλέμμα του από την πόρτα. Με μια κίνηση αστραπή, έβαλε το μικρό δαχτυλάκι με το μακρύ νύχι στο τριχωτό αυτί του και άμεσα στο πρόσωπό του έγινε εμφανέστατη η ανακούφισή του!

Ταυτόχρονα, περνούσε το κατώφλι της σιδερένιας πόρτας ο άνθρωπος που περίμενε όλο το βράδυ. Ο Βρασίδας. Εννοείται όχι μόνος του, αλλά συνοδευόμενος από τα 4 τσιράκια του. Ο πρώτος ήταν μεγαλόσωμος, με κάτι χέρια σαν τανάλιες, με ένα κεφάλι όλο γωνίες και το ηλίθιο βλέμμα της αγελάδας να τον συνοδεύει. Αμέσως κατάλαβε ο «Σκληρός» ότι αυτός ήταν απλά για τις… χειρωνακτικές δουλειές και δεν του έκοβε να ξεχωρίσει δύο γαϊδάρων άχυρα. Ο δεύτερος ήταν σινιέ! Στην τρίχα. Το μαλλί γλυμμένο πίσω, το μικρό μουστακάκι (ποντικοουρά όπως το αποκαλούν οι… μυημένοι) στην… πένα, ο κόμπος της γραβάτας του χοντρός και… υποδειγματικός, το κοστουμάκι σκούρο γκρι με λεπτή ρίγα, και στο λουστρίνι του μπορούσε εύκολα να… καθρεπτιστεί με τόση ευκρίνεια, ώστε να διακρίνει μέχρι και κομμάτι από μαρούλι στο δόντι του. Μάλλον αυτός θα ήταν επί των δημοσίων σχέσεων. Ο τρίτος ήταν αυτό που αποκαλεί ο λαός «λιμοκοντόρος». Ένας μικροκαμωμένος τυπάκος, λίγο ατημέλητος, λίγο αλήτης, λίγο λαμόγιο, λίγο αξύριστος, λίγο ψευτόμαγκας, λίγο άσχημος, λίγο αδύνατος, λίγο… Όλα τα είχε από λίγο επί της ουσίας, και μάλλον εκτελούσε χρέη τσιλιαδόρου, ή διεκπεραίωνε μικρές αλλά βρώμικες δουλειές, τέτοιες τις οποίες έπρεπε να πράξει κάποιος που… δεν τον πιάνει το μάτι σου. Όσο για τον τέταρτο; Αυτός ναι! Ήταν άντρας της νύχτας, της παρανομίας, αρσενικό για συμμορία και φασαρίες! Ύψος γύρω στο 1.85, μούρη αρρενωπή και με δύο σημάδια, που όμως αντί να του χαλάνε τη μόστρα, του προσέθεταν γοητεία, αντρίλα! Έδειχνε μάχιμος! Το πουκάμισό του, λευκό με ανοιχτά τα δύο πρώτα κουμπιά. Ο ολόχρυσος υπερμεγέθης σταυρός έλαμπε μέσα από το δασύτριχό του στήθος. Η αλυσίδα του, ήταν σετάκι με τη βαριά αλυσίδα που κοσμούσε τον δεξιό του καρπό και το δαχτυλίδι του, χρυσό κι αυτό εννοείται, ήταν τόσο διακριτικό, όσο το στεφάνι στο κεφάλι του αγάλματος της Ελευθερίας! Φυσικά ο Βρασίδας προπορευόταν παίζοντας το βαρύ κομπολόι του με περίσσεια μαγκιά, που δεν δικαιολογούνταν για τα κυβικά του. Το βλέμμα του αναζητούσε τον «σκληρό», το πρώτο μαχαίρι της πιάτσας. Ήταν ακριβώς αυτό που λέει ο λαός μας: Μπροστά πηγαίνει ο αρχηγός, ξωπίσω του οι σκύλοι.

Την ώρα που η Σβετλάνα πετούσε με νάζι το μικροσκοπικό της σουτιέν από την πίστα στο μπροστινό τραπέζι, στο πρόσωπο ενός 55άρη που την κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα, και άφηνε ελεύθερα τα σφριγηλά της στήθη, ο «Βάγγος» έκανε νόημα στον Βρασίδα και την παρέα του να τον πλησιάσουν. Α, παράλειψή μου, δεν σας έδωσα την εικόνα του Βρασίδα. Έβλεπε τον κόσμο από τα 177 εκατοστά του, ήταν γυμνασμένος, αλλά όχι φουσκωτός, είχε μουσάκι μόνο γύρω από το στόμα του και στο στόμα του είχε πάντα μια οδοντογλυφίδα. Μέρα νύχτα φορούσε γυαλιά ηλίου και όταν μιλούσε, στράβωνε το στόμα του προς τα δεξιά. Η χροιά του ήταν βαριά, ντεμέκ μάγκικη, αλλά ο «Σκληρός» τον θεωρούσε γατάκι και… τζάμπα μάγκα! Ο Βάγγος τους έδειξε ένα τραπέζι στο βάθος, που ήταν απόμερο και σκοτεινό. Σε αυτό συνήθως πήγαιναν οι πελάτες για… πριβέ χορό! Τον ακολούθησαν. Την ώρα που αντάλλασσαν χειραψίες, ο Βρασίδας έσκυψε να φιλήσει το χέρι του… μεγάλου, αλλά αυτός δεν τον άφησε. Το θεωρούσε φλωριά και του την είπε: «Μην βλέπεις τόσο σινεμά και άσε κατά μέρος τον «Νονό» μικρέ». Κάθισαν και αμέσως ήρθε η… ζουμερή Νατάσσσσα για την παραγγελία.
-Τι να φέρω αφεντικό;
-Ένα μπουκάλι Σίβας.
-Και φιστίκια;
-Και φιστίκια και πάγο και όλα μωρή! Άντε σπάσε τώρα και να μην μας ενοχλήσει κανείς.
Ο Βάγγος μπορεί να γούσταρε το Ballantines, όμως όταν δεχόταν κόσμο, ήθελε να δείξει ότι είχε… class και έπινε Chivas! Η παρέα του Βρασίδα έπαιζε διακοσμητικό ρόλο και ο Βάγγος ξεκίνησε την κουβέντα, δεν ήθελε να περάσει όλο το βράδυ με τους ηλίθιους. Είχε κι άλλες δουλειές και κυρίως ήθελε να απολαύσει την κολλητή της «Σεξ-Αμελί», επίσης γαλλιδούλα και καινούργια στο μαγαζί, τη Μισέλ που είχε δίμετρα πόδια και… διπλό διαφορικό.
-Πώς και από τα μέρη μας Βρασίδα;
-Σε ζήτησα και νωρίτερα...
-Το ξέρω. Είναι κάτι σοβαρό;
-Είναι.
-Θα μπλέξουμε;
-Ανάλογα πώς θα γίνει. Εσύ που είσαι ο πρώτος, δεν θα έχεις πρόβλημα.
-Λέγε, για τι πρόκειται;
-Στεγνό καθάρισμα Βάγγο. Αλλά δύσκολη δουλειά.
-Γιατί; Άκου να σου πω, για τον Βάγγο τον «σκληρό» δεν υπάρχουν δύσκολες δουλειές. Λέγε.
-Πρόκειται για τον Μήτσο τον «στραβοτζούρη». Τον θέλουμε νεκρό!
-Πόσα;
-Θα τα βρούμε ρε Βάγγο.
-Άσε τα «θα τα βρούμε». Πόσα;
-Εσύ πόσα θες;
-120. Τα μισά μπροστά και τα άλλα μετά τη δουλειά
-Όπα ρε Βάγγο, δεν βγαίνουμε…
-Τότε καληνύχτα Βρασίδα.
-Έλα ρε αρχηγέ, μην στραβώνεις. Πάρε εκατό, τα πενήντα μπροστά.
-Άσε με να το σκεφτώ.
-Τι να σκεφτείς ρε Βάγγο, για σένα αυτή η μπίζνα είναι παιχνιδάκι, και θα πάρεις και ζεστό παραδάκι.
-Άσε τις μαλακίες σε μένα Βρασίδα. Αν είναι παιχνιδάκι, καν’ το εσύ.
-Μα εσύ είσαι το πρώτο μαχαίρι της πιάτσας ρε Βάγγο. Και στο φινάλε και τα λεφτά είναι πολλά και θα καθαρίσεις και τον τόπο από αυτό το παλιοτόμαρο.
-Καλά. Αλλά υπό μία προϋπόθεση. Όταν με το καλό πάρεις στα χέρια σου την πιάτσα στο Πέραμα, μην τολμήσεις να ανακατευτείς στις δουλειές μου και να μπεις στα χωράφια μου, γιατί θα σε φάει το μαύρο χώμα, θα σε στείλω να κάνεις παρέα στον Μήτσο. Λοιπόν φέρε τα πενήντα αύριο και δεν θέλω πίεση. Όταν βρω την ευκαιρία στις επόμενες μέρες θα τον στείλω στον αγύριστο.


Αυτήν ήταν η τελευταία κουβέντα τους. Για αυτό τον Βάγγο τον αποκαλούσαν «σκληρό»: γιατί δεν σήκωνε πολλά πολλά. Οι δύο άνδρες έδωσαν τα χέρια. Ο μεγάλος σηκώθηκε πρώτος, χαιρέτησε με ένα νεύμα τους τέσσερις παρατρεχάμενους και αμέσως κατευθύνθηκε προς τη Φλώρα. "Στείλε στα λιγούρια πέντε κορίτσια να τους κάνουν συντροφιά και ναζάκια, αλλά ενημέρωσέ τες ότι δεν θα πληρώσει η παρέα, οπότε μην παραγγέλνουν αβέρτα τα ποτά. Στο ρελαντί. Άντε και κανένα χορό. Αλλά μέχρις εκεί. Οκ;" Η… παρά το αφεντικό, ήθελε να στείλει τις πιο… ξεπεταγμένες, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε! Μόνο οι τρεις στις πέντε ήταν στις αρχικές της επιλογές, γιατί η Μαρίζα ήταν στην πίστα μαζί με την Μόνικα και το…δυνατό τους χαρτί, η Τζέσικα ήταν… αγκαζέ με έναν τσέλιγκα από τη Θεσσαλία που μέσα σε μία ώρα και κάτι, τον είχε καταφέρει να ανοίξει 17 σαμπάνιες και να έχει φουσκώσει τόσο το λογαριασμό του, όσο να πληρωθεί όλο το προσωπικό από αυτόν τον… αρχοντοχωριάτη! Οπότε θα ήταν έγκλημα να τραβούσε το… βαρύ πυροβολικό της από τον τσιφλικά και να την σπρώξει στην παρέα του Βρασίδα! Τελικά οι «σαλιάρηδες» μετά από τη δίωρη παραμονή τους έφυγαν απολύτως ικανοποιημένοι και ο αρχηγός τους, με ένα νεύμα, έδωσε στον Βάγγο να καταλάβει ότι αύριο θα του έφερνε τα λεφτά! Ο «Σκληρός» έσκασε ένα μειδίαμα και αμέσως σκέφτηκε ότι τους έπιασε μαλάκες! Αυτή τη δουλειά, άλλοι θα την έκαναν και με τα μισά φράγκα και αυτός, εκτός από το γεγονός ότι θα κάλυπτε οικονομικά πολλές τρύπες, θα… ξεσκούριαζε κιόλας και θα διατηρούσε ζωντανό τον μύθο του, αυτόν του πρώτου μαχαιροβγάλτη στην πιάτσα! Θα ξανακέρδιζε το σεβασμό ακόμα και αυτών που τον τελευταίο καιρό τον θεωρούσαν ξεγραμμένο.



Συνεχίζεται…