| William Dalton | Comments ]

Περί φιλελευθερισμού

Το να κρίνει κάποιος με φιλελεύθερη ματιά τα μέτρα μιας, κατ' όνομα τουλάχιστον, σοσιαλιστικής κυβέρνησης είναι δύσκολο και άχαρο. Αν αυτά είναι πιστά με την ιδεολογία της, τότε η αντίθεση βρίσκεται σε επίπεδο αρχών και εύκολα θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος το επιχείρημα της πρόσφατης και εμφατικής επικράτησης. Αν πάλι η τάση είναι ελαφρώς πιο δεξιόστροφη θα πρέπει να επαινέσεις και να παροτρύνεις για μεγαλύτερα βήματα κάποιον που δεν ξέρεις μέχρι που θέλει να φθάσει κι αν έχει κάποιο γενικό σχέδιο για το πώς πρέπει να λειτουργεί η χώρα. Βέβαια, τα τελευταία χρόνια, γίνεται ολοένα και σαφέστερο ότι τα δύο μεγάλα κόμματα το μόνο που δεν έχουν είναι ιδεολογία, σχέδιο, όραμα, ο,τιδήποτε τέλος πάντων που να ξεπερνάει τη διαχείριση της στιγμής.


Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα όλων των τρόπων προσέγγισης της κοινωνικής εξέλιξης και κατά συνέπεια του φιλελευθερισμού, να είναι η αδυναμία των περισσοτέρων εξ'ημών να αντιμετωπίσουν τα πράγματα με μετριοπάθεια. Αυτή η ανάγκη όλων μας να ανήκουμε σε ένα σύνολο με κοινές αρχές και ιδέες είναι πιθανότατα η κύρια αιτία εκφυλισμού κοσμοθεωριών πολύ πιο σύνθετων από τη αντιληπτική ικανότητα του μέσου νοός. Το αποτέλεσμα είναι ορατό στην κοινωνία. Κάποιοι λίγοι φανατικοί οδηγούν την όποια ιδεολογία στα άκρα, κάποιοι άλλοι προβάλλουν εκεί τα δικά τους συμπλέγματα και κάποιοι ετεροπροσδιορίζονται μέσω της άρνησης. Ελάχιστοι δικαιούνται να φέρονται ως γνήσιοι εκφραστές μιας ιδεολογίας και ο γράφων σίγουρα δεν είναι ένας από τους θεωρητικούς του φιλελευθερισμού. Το ίδιο όμως ισχύει και για όσους αντιλαμβάνονται τη συγκεκριμένη ιδεολογία είτε ως άλλοθι για την καταστρατήγηση κάθε νόμου είτε ως το υπέρτατο κακό το οποίο πρέπει να εξαλειφθεί οπωσδήποτε. Κάτι αντίστοιχο στο παρελθόν συνέβη και στον κομμουνισμό.


Η δύναμη του συνόλου σε σχέση με την ατομική είναι αυτή που συνέβαλε στη δημιουργία κοινωνικών ομάδων που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ολοένα και μεγαλύτερες προκλήσεις. Το σύνολο αυτό είναι πάντα σεβαστό από όλες τις ιδεολογίες. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος επίτευξης της γενικής προόδου (δεδομένης μιας κοινής αντίληψης για την προόδο). Έτσι για κάποιους εξ' ημών η ευημερία μιας κοινωνίας προκύπτει από την ξεχωριστή επιδίωξη καθενός να προοδεύσει. Επομένως, ρόλος του κράτους, της θεσμικής έκφρασης του συνόλου, πρέπει να είναι η κατά το δυνατόν διευκόλυνση του ατόμου να εκμεταλλευθεί τις δεξιότητες και τις γνώσεις του ώστε να επιτύχει το μέγιστο δυνατό όφελος για εκείνον και κατ' επέκτασιν για όλους.

Νέα μέτρα

Υπ' αυτό το πρίσμα κάνεις δεν μπορεί να διαμαρτυρηθεί για τις φημολογούμενες αυξήσεις εμμέσων φόρων. Οι άμεσοι είναι αυτοί που θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως άδικοι, γιατί αυτοί θα έπρεπε να καλύπτουν τις ελάχιστες παρεχόμενες υπηρεσίες προς το σύνολο, δηλαδή υγεία, παιδεία κι ασφάλεια. Η ύπαρξή μιας οργανωμένης κρατικής οντότητας όμως δίνει το δικαίωμα, σε όσους έχουν τη δυνατότητα, να απολαμβάνουν και αγαθά που καλύπτουν ανάγκες άλλες από αυτήν της επιβίωσης. Εαν το κράτος λοιπόν, χρειάζεται επιπλέον χρήματα λογικό είναι να τα αναζητήσει σε όλους μας κατά το μέτρο που ωφελούμαστε από τη λειτουργία του, κατά το μέτρο δηλαδή που καταναλώνουμε. Τώρα γιατί θα πρέπει κανείς να υφίσταται τόσο την έμμεση φορολόγηση σε καθετί όσο και την υπέρογκη άμεση είναι κάτι που δύσκολα εξηγείται. Όπως δύσκολα εξηγείται γιατί οι κυβερνώντες τιμωρούν τη μη κατανάλωση με παραπάνω φορολόγηση. Αντίθετα, το προηγούμενο σύστημα με την έκπτωση των αποδεδειγμένων αγορών από το φόρο που απαιτείται, είχε μια στοιχειώδη λογική.


Όπως λογική έχει κι αυτό που προτείνεται στο ασφαλιστικό. Το κράτος δίνει μια βασική, στοιχειώδη σύνταξη κι από εκεί και πέρα τα 35 χρόνια εργασίας και αντιστοίχων εισφορών ρυθμίζουν το μέγεθος των απολαβών του καθενός. Γιατί όμως, ο κάθε εργαζόμενος να είναι υποχρεωμένος να αποδίδει εισφορές παραπάνω από τα μηνιαία μερίδια που θα αντιστοιχούσαν στα 360 Ευρώ της βασικής σύνταξης; Γιατί να μην μπορεί να διαχειρισθεί ένα μέρος των χρημάτων του σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες, οι οποίες είναι σίγουρα μεγαλύτερες κατά τη διάρκεια του βίου του παρά στο τέλος; Η απάντηση έχει να κάνει με το κράτος-πατερούλη που μας θεωρεί ανεύθυνους και ανίκανους για ένα στοιχειώδη μακροχρόνιο σχεδιασμό. Δεκτό σαν επιχείρημα σε μεγάλο βαθμό, όταν όμως προέρχεται από μια σοβαρή διοίκηση όπως είναι για παράδειγμα αυτή των "κακών" Γερμανών που εσχάτως μας έθιξαν την υπερηφάνεια. Όταν όμως υπάρχει πρόβλημα στο ταμείο των δημοσίων υπαλλήλων το οποίο σίγουρα εισπράττει τις εισφορές μέχρι Ευρώ, ποιόν να εμπιστευθείς και γιατί;


Σίγουρα πάντως όχι το ΠΑ.ΣΟ.Κ., παρά τις θετικές ενδείξεις σε πολλά σημεία του κυβερνητικού έργου. Γιατί δε διαθέτει την δημοκρατική νομιμοποίηση να λαμβάνει τέτοιου είδους μέτρα. Η διαφορά των δέκα μονάδων επετεύχθη επί συγκεκριμένων εξαγγελιών και το να ακολουθείται ο εισπρακτικός σχεδιασμός που κατεψηφίσθη μόλις λίγους μήνες μετά τις εκλογές από το κόμμα που πρεσβεύει τη σοσιαλδημοκρατία είναι τουλάχιστον παράδοξο. Βέβαια, σοσιαλιστικά το επιχείρημα ότι κάθε γενιά συνταξιοδοτεί την προηγούμενη είναι σίγουρα ισχυρό άλλοθι για μια ασφαλιστική μεταρύθμιση. Όμως αν επιλέξει κανείς να αντιμετωπίσει το θέμα με αυτή τη ματιά θα πρέπει να δεχθεί σταθερούς κανόνες για όλους και μια κριτική για τα 35 χρόνια. Αν η αύξηση των μέσων όρων ηλικίας, κατά τις τελευταίες δεκαετίες συνετελέσθη για να εργαζόμαστε όλοι μέχρι το σημείο εξευτελισμού, τότε αυτό δεν ονομάζεται αύξηση του βιοτικού επιπέδου σε μια χώρα, αλλά δυνατή συντήρηση σε ψυγείο, ικανή να παρατείνει την ημερομηνία λήξεως του προϊόντος. Ας συνεχίσει λοιπόν η κυβέρνηση να φτιάχνει ανούσιες εξεταστικές για να απαντήσει στο ρητορικό "πού πήγαν τα λεφτά" αν νομίζει ότι αυτό θα της εξασφαλίσει και δεύτερη τετραετία (επικίνδυνο), ας αποφασίσει όμως να επιδιώξει και τη περίφημη ανάπτυξη που επαγγέλθηκε. Φιλελεύθερη ή όχι δεν έχει πολλή σημασία εδώ που φθάσαμε.