| Averell Dalton | Comments ]


Αυρήλιος έφα
Στην αρχή, τα πράγματα δεν ήταν και τόσο σοβαρά. Τα σημάδια ήταν ανεπαίσθητα, αόρατα, κόκκοι άλατος στην θάλασσα – έπρεπε να είσαι αλαφροΐσκιωτος ή αυτιστικός (αν έχει κάποιο νόημα αυτή η διάζευξη) για να τα προσέξεις. Πόντοι έφευγαν από τα γυναικεία καλσόν, χωρίς να ‘χουν πιαστεί από κάπου – απλά εξαφανίζονταν. Σακούλες του σούπερ μάρκετ ξηλώνονταν δίχως προφανή αιτία, αφήνοντας το περιεχόμενό τους να κατρακυλήσει χαρούμενα προς τα πίσω, στην αρχή τής ανηφόρας ή της σκάλας που μόλις είχες σκαρφαλώσει. Γείτονες που μοιράζονταν συναισθήματα αμοιβαίας αντιπάθειας κλείνονταν για ώρες στο ίδιο χαλασμένο ασανσέρ. Κέρματα το ‘σκαγαν, στυλό εξαφανίζονταν, οι τηλεοράσεις έχαναν το σήμα τους μυστηριωδώς την ώρα τού γκολ – ο homo communalis υπέμενε στωικά αναπάντεχες, μικρές καθημερινές κακοτυχίες. No big deal, τουλάχιστον ως εδώ.

Σύντομα όμως η γκαντεμιά κλιμακώθηκε, προσλαμβάνοντας μετρήσιμες διαστάσεις. Τα λάστιχα των αυτοκινήτων άρχισαν να κλατάρουν συχνότερα από πριν, προκαλώντας βλαστήμιες, γρασαρισμένα πουκάμισα, περισσότερα τροχαία. Μερικές δεκάδες σπίτια στην πολιτεία τής Οκλαχόμα έγιναν στάχτη από ανεξήγητες πυρκαϊές κι οι Αρχές έψαχναν για καιρό ίχνη τρομοκρατικής δράσης, μέχρι που απεδείχθη ότι τις φωτιές προκαλούσαν ελαττωματικά πολύπριζα made in Taiwan. Ο (ευρισκόμενος σε πρωτοφανή οικολογικό οίστρο) δήμαρχος Παρισίων αγόρασε εκατό πλοιάρια από πεπιεσμένο ανακυκλωμένο χαρτί, ευρεσιτεχνία κάποιου Χρυσόχαρτου, Μακεδόνα στην καταγωγή, και τα σκόρπισε στον Σηκουάνα για να κάνουν τις βαρκάδες τους οι τουρίστες. Μόνο που τα πιο πολλά είχαν έγκλειστα αέρα, μούλιασαν κι αποσυντέθηκαν πριν προλάβεις να πεις “βουλιάζουμε” – παρ’ ολίγον να προκληθεί διπλωματικό επεισόδιο, καθώς δύο γκρουπ Ιαπώνων νοσηλεύθηκαν με πνευμονία, κι έχασαν και τις φωτογραφικές τους. Ανίκανος να καταλάβει ότι εισέπραττε τα επίχειρα τής προχειρότητας, της ανυπομονησίας με την οποία είχε δομήσει τον ζωτικό του χώρο, ο homo contemporaris υπέφερε κάτω απ’ το βάρος τής διαρκώς συσσωρευόμενης αναποδιάς, κι η τσαντίλα του μεγάλωνε.

Κι όσο περισσότερο τσαντιζόταν, τόσο πιο ανυπόμονος, βιαστικός κι απρόσεκτος γινόταν. Άλλοτε προνόμιο των Ιταλών και των πασχόντων από Δαλτωνισμό, η παραβίαση τού κόκκινου σηματοδότη εξελίχθηκε σε λαϊκό σπορ. Τα τροχαία αυξήθηκαν κατακόρυφα, άνευ προηγουμένου μποτιλιαρίσματα ακινητοποιούσαν καθημερινά τους εποχούμενους στις μεγαλουπόλεις. Δύο με τρεις ώρες ήταν η μέση καθυστέρηση άφιξης στην δουλειά, αν έφτανες ποτέ, γιατί, εκτός των άλλων, ουδείς καταδεχόταν να περπατήσει μέχρι το γραφείο – “τι, και να ιδρώσω το καινούριο μου Armani;”. Στις υπηρεσίες γινόταν μπάχαλο, η επιχειρηματικότητα μπήκε σε ύφεση, οι οικονομικοί δείκτες πήραν τον κατήφορο. Ακολούθησαν απολύσεις, αύξηση τής ανεργίας, κοινωνικές αναταραχές.

Στα κλαταρισμένα λάστιχα των αυτοκινήτων, ήλθαν να προστεθούν τα κλαταρισμένα προφυλακτικά. Καθώς δεν ήξερε (και δεν ενδιαφερόταν να μάθει) πώς να το τοποθετεί σωστά (κι ίσως επειδή το πρώτο θύμα των περικοπών στον τομέα τής εκπαίδευσης ήταν το μάθημα τής σεξουαλικής αγωγής), ο homo sexualis δεν άργησε ν’ αποδείξει πως η χρήση προφυλακτικού ήταν τελικώς ο ασφαλέστερος τρόπος για ν’ αποκτήσεις παιδιά. Η πληθυσμιακή έκρηξη προκάλεσε αντιστροφή τού δημογραφικού προβλήματος, καθώς το διαρκώς συρρικνούμενο εργατικό δυναμικό κοπίαζε μέχρι θανάτου, αγωνιώντας να εξασφαλίσει πόρους και περίθαλψη για τα ανίκανα να εργασθούν νήπια, που αυξάνονταν με τρελούς ρυθμούς. Όταν ο Ολλανδός υπουργός Εργασίας τόλμησε να προτείνει μεταρρύθμιση τού ασφαλιστικού συστήματος τής χώρας, υποδεικνύοντας λύσεις ριζικά φιλελεύθερες, ουδείς φανταζόταν πως οι ιδέες του ήσαν ήδη ξεπερασμένες – επισήμως, οι Αρχές μίλησαν για “δυστύχημα”, καθώς ανέσυραν το, δεμένο χειροπόδαρα, πτώμα του από τον πάτο τού Ρήνου. Η κατάσταση είχε πια ξεφύγει για τα καλά: η εγκληματικότητα ήταν στα ύψη, ο σεβασμός προς την ιδιωτική περιουσία στο ναδίρ, αποκτηνωμένα δίποδα έμοιαζαν έτοιμα να ξεσχίσουν το ένα τις σάρκες τού άλλου. Σε μιαν απέλπιδα προσπάθεια να αποκαταστήσουν την τάξη, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις νομιμοποίησαν την χρήση ναρκωτικών, τα οποία μπορούσες πλέον να βρεις παντού σε εξευτελιστικές τιμές, την ώρα που στις πουριτανικές Η.Π.Α. προτίμησαν ν’ ασπασθούν τον… Κομμουνισμό. Μαστούρα στην από δω πλευρά τού Ατλαντικού, λαϊκή κυριαρχία στην από κει, για λίγο τα πνεύματα ηρέμησαν – αλλά τα πάντα κρέμονταν από μια κλωστή.

Ή, πιο σωστά, από ένα χαλασμένο γιαούρτι – αυτό που κατανάλωσε ο πλοηγός τού “The Flower of Kabul”, κι είχε ως συνέπεια ο ίδιος να περάσει μια νύχτα αγκαλιά με την λεκάνη, και το φορτηγό πλοίο, ακυβέρνητο, να πέσει σε ξέρα. Καθώς βυθιζόταν στα διεθνή ύδατα, το καμάρι τής αφγανικής ναυτιλίας κράτησε για πάντα κλεισμένο στ’ αμπάρια του το όπιο, που προοριζόταν να καλύψει τις ανάγκες ολόκληρης της Γαλλικής Δημοκρατίας για δύο μήνες. Όταν σώθηκαν τα αποθέματα και ξενέρωσαν οι Παριζιάνοι, ξέσπασαν στην πρωτεύουσα ταραχές, που έκαναν το 1789 να μοιάζει με παρτίδα κροκέ. Αφιονισμένοι, ημιάγριοι Φρανσουάδες σύλησαν φαρμακεία και αποθήκες, ξήλωσαν τον Πύργο τού Άιφελ, γκρέμισαν τις γέφυρες τού Σηκουάνα, μετέτρεψαν την πόλη σε κολαστήριο. Στο τέλος, πειθήνιος στις επιταγές τού DNA του, ο όχλος στράφηκε προς το Μέγαρο των Ηλυσίων, εκεί όπου, κλειδαμπαρωμένος, ο Πρόεδρος έφτιαχνε κεφάλι με την προσωπική του καβάντζα. Ακούγοντας τον σαματά, σύρθηκε με κόπο στην βεράντα για να δει τι συμβαίνει, κι αντίκρυσε το κατακόκκινο πλήθος (όλα κόκκινα τα ‘βλεπε μ’ αυτήν την παρτίδα) να ορμά να τον κατασπαράξει. “Merde! Les Communists”, αναφώνησε πανικόβλητος – κι έτρεξε να οπλίσει τις πυρηνικές κεφαλές.


*******************************************************************


“Παραδέξου το, έχασες”, κόμπασε ο Άλλος. Στα ρούχα του μπορούσες ακόμη να μυρίσεις το άρωμα τής Συντέλειας.

“Δεν τα πήγες κι άσχημα”, αποκρίθηκε Εκείνος – κι υπήρχε στον τόνο Του κάτι το ευφορικό, κάτι που έκανε τον Άλλο ν’ ανατριχιάσει.

Πίσω από την πλάτη του, ένα μικροσκοπικό φωτόνιο, εωσφορικό κατάλοιπο τής Καταστροφής, κατευθυνόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς ένα ξεχασμένο, μισοκοιμισμένο Άστρο.




* Εορταί και επέτειοι: 6. το ραντεβού τής Νιότης με την Αθανασία 9. καλή μου, δεν θ’ αργήσω, ετοιμαζόμουν χρόνια γι’ αυτό το ραντεβού 25. το ραντεβού τού Τρωτού με το Άφθαρτο