| Averell Dalton | Comments ]


Επτά ευρώ. Τόσο κοστολογούν η κυρία Αρβελέρ, ο κύριος Θεοδωρόπουλος και ο κύριος Χουβαρδάς τον… αέρα τού Εθνικού Θεάτρου.

Κτήριο Τσίλλερ, στην Αγίου Κωνσταντίνου. Κεντρική Σκηνή – αυτή, η εν χορδαίς και οργάνοις ανακαινισθείσα και εγκαινιασθείσα, το “όραμα τού Κούρκουλου” που έγινε πραγματικότητα. Τα εισιτήρια για τις μη προνομιούχες θέσεις στις πτέρυγες τού β’ εξώστη αναγράφουν, “Ευρώ: 7.00 ΠΕΡ. ΟΡΑΤΟΤΗΤΑ” (ομολογώ, έπρεπε να την ψυλλιαστώ, με τον… περιορισμό τού “περιορισμένη”). Όπως και να ‘χει, βεβαιώνω πως πρόκειται για ευφημισμό – κάτι σαν τον Εύξεινο Πόντο, τον Ειρηνικό Ωκεανό, τους απασχολήσιμους και την ευελιξασφάλεια. Εκτός αν, σε κάποια από τις ελληνόφωνες χώρες τού κόσμου ετούτου, “περιορισμένος” σημαίνει “καθόλου”.

Σύντροφε, που μου μιλάς πίσω από το γκισέ σου, το “δεν θα βλέπετε καλά” δεν αρκεί. Ή με ενημερώνεις ότι δεν θα βλέπω τίποτα, ή με παίρνεις από το χεράκι, με ανεβάζεις στην θέση μου και μ’ αφήνεις ν’ αποφασίσω για λογαριασμό μου, πριν κλείσω τα εισιτήρια. Διαφορετικά με υποχρεώνεις ή να παρακολουθήσω την παράσταση όρθιος επί 45’ (και υπό την προϋπόθεση ότι δεν ενοχλώ κάποιον άλλο), ή να κατέβω στο Ταμείο πέντε λεπτά πριν την έναρξη και να κάνω φασαρία για επτά ψωροευρώ – ή, για τους φιλοσοφημένους, να βολευτώ στην καρέκλα μου και ν’ αρχίσω ν’ απολαμβάνω τον αφειδώς προσφερόμενο αέρα πολιτισμού: να χαζεύω τις τοιχογραφίες, να εισπνέω το άρωμα τής ανακαίνισης, να προσπαθώ ν’ αποκομίσω εντυπώσεις για την παράσταση από τους θορύβους, την μουσική, τις σκιές. Ν’ αρχίσω να νοιώθω κι εγώ μέρος τού ντεκόρ, ή, ακόμη καλύτερα, του σώου, όπως οι μερικές δεκάδες που μπάζει από τα πίσω στην σκηνή ο δημιουργός στο τέλος – κομμάτι τής καλλιτεχνικής ιστορίας τού τόπου, δημιουργός κι εγώ με τον τρόπο μου, άνθρωπος του πολιτισμού.

Κύριε Παπαϊωάννου, σας ζητώ να με συγχωρήσετε που, οργισμένος ων, δεν αφέθηκα ν’ απολαύσω την υπέροχη παράστασίν σας – αν και τα κατάφερα να την εκτιμήσω. Αλλά, στην χώρα που περηφανεύεται για την κουλτούρα της και για την Ιστορία της, είναι ανεπίτρεπτο ένας οργανισμός εθνικών διαστάσεων να συμπεριφέρεται στους φιλοξενουμένους του με φτήνια. Πόσο μάλλον, που το φτηνό τούτο φέρσιμο προέρχεται από ανθρώπους, υποτίθεται, τού πολιτισμού. Είναι (όχι απλώς ανεπίτρεπτο, αλλά και) αδιανόητο να διεκδικείς από ανθρώπους τού πνεύματος τα αυτονόητα δικαιώματά σου – να σε εξυπηρετούν, να μην σε κοροϊδεύουν, να απολαμβάνεις αυτό, για το οποίο πλήρωσες. Εκτός από “ΠΕΡ. ΟΡΑΤΟΤΗΤΑ”, το εισιτήριό μου έγραφε και “ΠΟΥΘΕΝΑ, του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ”. Έγραφε “ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ”. Αν έγραφε “Εθνικό Μουσείο”, “Εθνικό Εντευκτήριο” ή “Εθνικός Ξενώνας”, ουδένα λόγο θα είχα να παραπονιέμαι.

Αλλά το να παραπονιέμαι συμπεριλαμβάνεται (έτσι πίστευα) στα αυτονόητα δικαιώματά μου, κι έτσι, με το τέλος τής παράστασης, απευθύνθηκα στο γκισέ τής εισόδου. “Α, δεν έχουμε έντυπα παραπόνων εδώ”, με ενημέρωσαν, “θα βρείτε στον πρώτο όροφο, στο βιβλιοπωλείο”. “Α, δεν υπάρχουν έντυπα παραπόνων εδώ. Είχαμε παλιά ένα έντυπο, όπου ζητούσαμε από τους θεατές να μας γράψουν την γνώμη τους…”, έμαθα στο βιβλιοπωλείο. “Μάλιστα. Και για τις κυρίες που μ’ έστειλαν εδώ για να βρω έντυπο παραπόνων, πού μπορώ να παραπονεθώ;”, ρώτησα. Το αμήχανο χαμόγελο τής κοπέλας ήταν η μόνη απάντηση που πήρα. Με αυτό για λάφυρο επέστρεψα στο γκισέ τής εισόδου, ευχαρίστησα τις κυρίες για την βόλτα μέχρι τον πρώτο όροφο και βγήκα στον δρόμο, γεμάτος πολιτισμό.