| Averell Dalton | Comments ]























Επικίνδυνα "στοιχεία" κυκλοφορούν ανάμεσά μας...


Σκέψεις πάνω σε όσα εγράφησαν αυτές τις ημέρες:

Η αμνησία, σύντροφον Πόδι, είναι για τους κοντόφθαλμους και για τα θύματα τής τηλεοπτικής σαλάτας. Εσύ, που εξαιρείς εαυτόν από την θλιβερή ετούτη μάζα, προφανώς θα θυμάσαι σε έναν μήνα, αλλά και σε ένα και σε δέκα χρόνια από σήμερα, πως εν πρώτοις (και μ’ αυτό εννοώ βασικά και όχι αρχικά) υπήρξε φόνος. Ο μόνος τρόπος για να μην ζήσουμε άλλους φόνους σαν αυτόν, είναι να μην ξεχάσουμε ποτέ αυτόν – και να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε πώς στο διάολο δώσαμε το δικαίωμα στον μπάτσο να σηκώσει πιστόλι.

Με ενοχλεί που σ’ αυτό το blog κρύψαμε πίσω από πολιτικές ευθύνες, θεωρίες συνωμοσίας, ηλίθιους παραλληλισμούς και καμένα αυτοκίνητα το δεύτερο μεγάλο γεγονός των ημερών: ότι, δηλαδή, στους δρόμους κατέβηκαν δεκάδες χιλιάδες φιλήσυχων ανθρώπων. Που δεν φορούσαν κουκούλες. Που δεν πετούσαν πέτρες και μολότοφ. Που δεν ήθελαν να κάψουν και να σκοτώσουν κανέναν. Που το μόνο που ήθελαν ήταν να πουν “φτάνει πια”. Ιδού, κύριοι, η μαγιά τής Αλλαγής – και κάτι που, όσο περνά από το χέρι μου, δεν θα σας αφήσω να σπρώξετε κάτω από το χαλί.

Για να τελειώνουμε, όμως, μια και καλή με το πολιτικώς ορθόν: μπορώ να δεχθώ ότι το να είσαι μεροκαματιάρης είναι κάτι που δεν περνά πάντα από το χέρι σου, ότι μπορεί, μ’ άλλα λόγια, να είσαι δέσμιος των συνθηκών ως προς αυτό. Από την άλλη, και δεδομένου ότι αποδεδειγμένα δεν χρειάζεσαι αυτοκίνητο για να ζεις καλά (άσε που όσο περισσότερο το χρησιμοποιείς τόσο χειρότερα τα περνάς), θεωρώ ότι οι άνθρωποι που δίνουν το εν τρίτον ή και το μισό τού μηνιαίου εισοδήματός τους σε δόσεις για να έχουν αυτοκίνητο είναι δέσμιοι τού εαυτού τους και μόνον. Προσπάθησα πολύ, σύντροφοι, αλλά, λυπάμαι, δεν τα κατάφερα να νοιώσω θλίψη για τα καμένα σας αυτοκίνητα. Δεν θα μου λείψουν καθόλου. Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, από την άλλη, ήταν ένας γενναίος έφηβος που, μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας, είχε όλα τα προσόντα να γίνει ένας σπουδαίος Έλληνας που θα λείψει απ’ όλους μας. Φιλοσοφήστε το, λοιπόν. Πάρτε τα λεφτά από την ασφαλιστική (όσοι μπορείτε), ξεμπερδεύετε με τα δάνεια που φορτωθήκατε, ζήστε πιο άνετα, να ζήσουμε πιο άνετα κι εμείς (και μην βρεθεί κανένας καλοθελητής να ισχυρισθεί ότι επικρότησα τις καταστροφές…).

Με το χειμαρρώδες, γεμάτο ψυχή (όπως πάντα) κείμενο τού Jack ταυτίσθηκα σε μεγάλο βαθμό. Αλλά με τα κλισέ βγάζω σπυράκια. Όσες φορές κατεβήκαμε παρέα στα Εξάρχεια, αδερφέ, ουδείς μας εμπόδισε να πιούμε το ποτό μας, ουδείς μας έδιωξε, έτσι δεν είναι; Κι επειδή ξέρω τι εννοείς όταν μιλάς για το …διαβόητο άβατον, έχεις δει ποτέ κάτω απ’ το σπίτι σου τόσους αστυνομικούς, όσους θα συναντήσεις σταθμευμένους 24/7 Ακαδημίας και Ζωοδόχου Πηγής, Μπουμπουλίνας και δεν συμμαζεύεται; Εκτός αν όλοι αυτοί οι τύποι κάνουν τους… συνοριοφύλακες, οπότε πάω πάσο… Πέρα απ’ την πλάκα, τώρα: στα Εξάρχεια συντελούνται εγκληματικές ενέργειες (όπως η εμπορία ναρκωτικών), που ουδεμία σχέση έχουν με τα περί αναρχίας. Γιατί δεν κάνει κάτι γι’ αυτά η Αστυνομία που κυκλοφορεί εκεί γύρω; Έλα ντε…

Για τον Καραμανλή τι να πω; Η χώρα, το ‘χω ξαναγράψει, είναι ακυβέρνητη. Κι είναι ακυβέρνητη καιρό. Δεν νομίζω να υπάρχει Έλληνας που πιστεύει ότι είχαμε τον έλεγχο στις πυρκαγιές τού 2007, φερ’ ειπείν. Αλλά η αλήθεια είναι ακόμη χειρότερη: από το σκάνδαλο των υποκλοπών και μετά δεν υπάρχει ούτε μία μεγάλη υπόθεση που να μην έκλεισε απλώς και μόνον γιατί προέκυψε η επόμενη! Υποκλοπές, καρτέλ γάλακτος, απαγωγές Πακιστανών, δομημένα ομόλογα, Sea Diamond, πυρκαγιές, προμήθειες ΥΠ.ΠΟ., Siemens, Βατοπέδιο, όλα ανοικτές πληγές στο σώμα τού δύσμοιρου, πνιγμένου στην ίδια του την λησμοσύνη έθνους. Κακά τα ψέματα: θα ‘ταν ουτοπία να περιμένουμε ο,τιδήποτε καλύτερο από έναν εν υπνώσει κυβερνητικό μηχανισμό, ο επί κεφαλής τού οποίου κάλεσε τελικώς την τρίτη ημέρα τους πολιτικούς αρχηγούς, απλώς για να τους “θέσει προ των ευθυνών τους”… Καθισμένος σε μια βεράντα τής “Μεγάλης Βρετανίας”, απ’ αυτές που βλέπουν στην πλατεία Συντάγματος, και χαζεύοντας το χριστουγεννιάτικο δένδρο να καίγεται μπροστά στο Κοινοβούλιο των Ελλήνων, ο Κ. Π. Καβάφης ξαναγράφει το “Περιμένοντας τους Βαρβάρους” για τον Πρωθυπουργό και την Κυβέρνησή του – και χρησιμοποιεί τις ίδιες λέξεις ακριβώς. Κρίμα.

Στις κρίσιμες αυτές ώρες ένας άνθρωπος σκάβει τον πολιτικό του τάφο. Είναι ο Αλέκος Αλαβάνος. Που δεν κατόρθωσε, δεν τόλμησε να χωρέσει, ανάμεσα στα τόσα σωστά που είπε, ένα μόνον “καταδικάζω”. Πρόπερσι, πρόεδρε, το κίνημα ήταν – όντως – οι τσαμπουκάδες φοιτητές. Φέτος το κίνημα, η μαγιά τής Αλλαγής, κινδυνεύει να καταπνιγεί από τα τσιράκια, τους προβοκάτορες, τους επαγγελματίες καταστροφείς, τους πλιατσικολόγους που αρνείσαι να καταδικάσεις. Η Αριστερά, πρόεδρε, δεν είναι τα μαλακισμένα που μπουκάρανε στα ρημαγμένα καταστήματα για να βουτήξουν γυαλιά ηλίου. Τι άλλο χρειάζεσαι για να πεις “καταδικάζω”; Αν ο Γιωργάκης γίνει τελικώς Πρωθυπουργός (μπρρρ…), εσένα και τον Καραμανλή θα πετροβολήσουν, να το ξέρεις (από την άλλη, κυρία Κανέλλη, τα λάθη των συντρόφων μας ουδόλως τους αναγορεύουν σε ταξικούς εχθρούς! Μην τρελαθούμε τελείως…).

Έχεις καμμιά ιδέα, Joe, τίνος σύλληψη είναι το επαίσχυντο σχέδιο στο οποίο αναφέρεσαι; Γιατί το μόνο τυχαίο που βρίσκω εγώ στην όλη ιστορία, της πιστολιάς περιλαμβανομένης, είναι η κακή τύχη τού Αλέξη.

Άφησα για το τέλος τα περί “καθοδηγητών επαναστατών”. Γιατί, πρώτον, ουδείς “καθοδηγητής” φταίει που ο Αλέξανδρος κυκλοφορούσε στα Εξάρχεια – αντιθέτως: το μόνο παράταιρο στην υπόθεση ήταν το περίστροφο τού Ρίνγκο. Κι ύστερα, ποιος είσαι εσύ που θα πεις τι πρέπει να κάνει η νεολαία και τι όχι, πού πρέπει να κυκλοφορεί και πού όχι, τι πρέπει να πιστεύει και τι όχι; Γιατί πρέπει να είσαι πράος, φρόνιμος και συνετός, ιδίως στα 15 και στα 16 σου, για να δείξεις πως εκτιμάς την “αξία τής ζωής”; Δεν έκανες λάθη ποτέ σου; Δεν ξέφυγες ποτέ από τα όρια σαν έφηβος; Αν όχι, λυπάμαι για την καταπίεση που υπέστης. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να την υποστούν κι οι άλλοι, για να νοιώθεις καλά.

Πρέπει, επί τέλους, ν’ αποφασίσουμε τι θέλουμε από τους νέους. Τους θέλουμε μαχητικούς κι απαιτητικούς, ή τους θέλουμε εξ ίσου πειθήνια πιόνια με μας τους ίδιους, για να μην νοιώθουμε μαλάκες; Αν διαλέξουμε το πρώτο, θα πρέπει να συνηθίσουμε στους “πολέμους” τής κοινωνίας, να μην τους ξορκίζουμε. Γιατί δεν υπάρχει κοινωνική ειρήνη εκεί που άνθρωποι μένουν χωρίς δουλειά και ψοφάνε της πείνας δίπλα σε τυχάρπαστους μάνατζερ που καθαρίζουν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ τον χρόνο. Υπάρχουν εκμεταλλευόμενοι και εκμεταλλευτές, όχι ισότιμα μέλη τής ίδιας κοινωνίας.

Πρέπει να γίνει επανάσταση για ν’ ανατραπεί η σάπια κοινωνία, αδερφέ – η κοινωνία-συνονθύλευμα ανθρώπων που πατούν ο ένας επί του άλλου, αντί να επικοινωνούν, να νοιάζονται, να προστρέχουν ο ένας στον άλλο. Που κλαίνε τ’ αμάξια τους πιότερο απ’ όσο κλαίνε τους νεκρούς τους. Αλλά πρέπει να γίνει χωρίς αίμα. Πρέπει εμείς, που ακόμη πιστεύουμε στον Άνθρωπο, να τρέξουμε να συναντήσουμε τούς ομοίους τού Αλέξη, αυτήν την μαγιά τής Αλλαγής που βγήκε από την αφάνειά της γιατί πιστεύει πως υπάρχει κι άλλος δρόμος. Πρέπει να βρούμε αυτόν τον δρόμο και να τον βαδίσουμε, αποφασιστικά. Αυτό χρωστάμε στον Αλέξη._