| Averell Dalton | Comments ]

“Ώστε εσύ είσαι ο Αλέξανδρος…”
“Αλέξης!” , τον διόρθωσε αυστηρά ο πιτσιρικάς. Το ύφος του είχε κάτι το απόλυτο, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν τραβηγμένα από την έξαψη. “Δεν θα τους συνηθίσω ποτέ τους πιτσιρικάδες”, συλλογίσθηκε ο Κριτής – κι όμως, την καλοδεχόταν κατά βάθος ετούτη την αυθάδεια, ήταν μια αλλαγή σε σχέση με τις ανέκφραστες, γαλήνιες φάτσες όσων είχαν περάσει την Περίοδο τού Καθαρτηρίου. Χαμογέλασε, κι ο Αλέξης, που δεν περίμενε αυτήν ακριβώς την αντίδραση, τσίτωσε κι άλλο.
“Του λόγου σου ποιος είσαι;”
“Είμαι αυτός που θα σου πει τι θα κάνεις από δω και πέρα.”
“Όνομα δεν έχεις;”
“Το όνομά μου δεν μπορείς να το προφέρεις. Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται να σου χρειαστεί εκεί που πηγαίνεις…”
“Εκεί που θα με στείλεις, εννοείς.”
“Εκεί που θα σε στείλει Εκείνος, για να είμαστε ακριβείς.”
“Εκείνος;”
“Φαντάζομαι πως θα Τον αποκαλούσες Θεό μέχρι τώρα…”
“Δεν πιστεύω στον Θεό.”
“Δικαίωμά σου.”
“Κι εσύ τι κάνεις; Ανοίγεις τους φακέλους;”
“Εγώ είμαι το Μέσον. Εγώ θα αποφανθώ για την τύχη σου, αλλά θα μου ήταν αδύνατο να κρίνω δίχως την δική Του σοφία. Καταλαβαίνεις;”
“Πώς! Θα κρίνει την τύχη μου κάποιος, που θα δανειστεί την κρίση κάποιου άλλου! Σπουδαία…”
“Καλύτερο απ’ το να δανείζεσαι την κρίση κάποιου, που δεν έχει καθόλου…”
“Τι εννοείς;”
Με τον δείκτη τού αριστερού του χεριού, ο Κριτής σχημάτισε στον αέρα ένα σύμβολο, κάτι σαν καλλιγραφικό άσο, κι ο τοίχος πίσω απ’ την καρέκλα τού Αλέξη έδωσε την θέση του σ’ ένα μωσαϊκό από ολοζώντανες, κινούμενες εικόνες – τόσο ζωντανές, που ο πιτσιρικάς πίστεψε για μια στιγμή ότι αρκούσε ένα βήμα για να βρεθεί μέσα σ’ όποια ήθελε από δαύτες. Και θα το ‘χε κάνει το δίχως άλλο, αν δεν έμοιαζαν ν’ απομακρύνονται κάθε φορά που άπλωνε το χέρι του προς το μέρος τους, αφήνοντας τον να χαζεύει θαμπωμένος λαμπαδιασμένα κτίρια, τζαμαρίες και βιτρίνες να γίνονται θρύψαλα, αστυνομικούς και κουκουλοφόρους να κυνηγιούνται ανελέητα, μια χώρα να φλέγεται.
“Για… για μένα γίνονται όλα αυτά;”
Ο Κριτής τον κοίταξε εξεταστικά. “Είσαι ευχαριστημένος μ’ αυτό που βλέπεις;”
“Πλάκα μου κάνεις;”, τσίριξε ο πιτσιρικάς. “Όλοι αυτοί οι άνθρωποι βγήκαν στον δρόμο για μένα! Φωνάζουν τ’ όνομά μου! Αντιστέκονται, παλεύουν, δίνουν στους μπάτσους το μάθημα που τους χρειάζεται, κι όλα αυτά εξ αιτίας μου!”
“Εξ αιτίας ενός αστυνομικού που είχε λιγότερη κρίση κι από την δική σου, εννοείς”, αντέτεινε ο Κριτής. “Εξ αιτίας μιας σφαίρας που δεν προοριζόταν για σένα. Βλέπεις, Αλέξανδρε” – θα ‘λεγες ότι το υπογράμμιζε με την γλώσσα του αυτό το “Αλέξανδρε” – “αυτός ο τύπος θα πυροβολούσε είτε βρισκόσουν εκεί, είτε όχι. Θα σκότωνε είτε τον έβριζες εσύ, είτε κάποιος άλλος. Εσύ απλά διάλεξες την χειρότερη δυνατή στιγμή να φανείς αντάξιος τού ονόματος που σε συνοδεύει: βρέθηκες σ’ ένα χώρο στον οποίο δεν ανήκεις, κι έστησες θαρραλέα, περήφανα κι ηλίθια τα στήθη σου για να συναντήσουν ένα βλήμα, που είχε μπει σε τροχιά πολύ πριν πατήσει την σκανδάλη ο δολοφόνος σου. Και τώρα, μικρέ μου φίλε, όλοι αυτοί που περίμεναν αυτό το βλήμα να φανεί, όλοι αυτοί που μάζευαν το προσάναμμα δελεάζοντας την σπίθα, άρπαξαν την αφορμή που τους έδωσες και την έκαναν λάβαρο για να χτυπήσουν εχθρούς κι αδερφούς μαζί – και να το’ θελαν, άλλωστε, δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν την διαφορά. Τα συγχαρητήριά μου, νεαρέ: έγινες το πιο φανταχτερό πιόνι στην σκακιέρα τους.”

Η αλήθεια αυτής της διαπίστωσης φώτισε τον Αλέξη τόσο απότομα, που δεν κατόρθωσε ν’ αντιδράσει. Σωριάστηκε στην καρέκλα, η προηγούμενη ζωντάνια του έδωσε την θέση της στην απελπισία. Με το πρόσωπό του κρυμμένο στις παλάμες του, βάλθηκε να σκέφτεται τα πράγματα που άφησε πίσω του κι αυτά που δεν πρόλαβε να κάνει – διάολε, παραήταν μικρός για να τελειώσουν όλα! Ήταν αδύνατο να δεχθεί ότι δεν θα δει τα μέρη που ήθελε, δεν θα μάθει τα πράγματα που ήθελε, δεν θα δοκιμάσει όλα όσα ήθελε. Έφερε στο νου του τους γονείς του, τους φίλους του, την Άρτεμη – συλλογίσθηκε πως δεν θα ερωτευθεί ξανά, κι όσο το συλλογιζόταν, τόσο λιγότερο ήρωας ένιωθε.

Θέλησε να κλάψει, μα δεν τα κατάφερε. Κάτι μέσα του, κάτι ανώτερο από εκείνον τον εμπόδιζε να υποταγεί ολοκληρωτικά, να σπάσει στα δυο. Σαν την φλόγα που τρεμοπαίζει και ξαφνικά παίρνει τα πάνω της και φουντώνει εκεί που δεν το περιμένεις, το μέτωπο τού Αλεξάνδρου ατένισε ξανά τον αέρα περήφανο. “Τι με περιμένει, λοιπόν; Κόλαση ή Παράδεισος;”
Τα μάτια τού Κριτή άστραψαν. Η επιλογή είχε γίνει. “Γυρίζεις πίσω, μικρέ.”
“Ε;”
“Όχι σ’ αυτά που άφησες, φυσικά, δεν γίνεται. Αλλά γυρίζεις. Ξεκινάς από την αρχή. Βλέπεις, είναι αδύνατο να καταταγείς εδώ με βάση τις μέχρι τώρα αποφάσεις και επιλογές σου. Η θέση που θ’ αποκτήσεις ανάμεσά μας κερδίζεται με την γνώση, την πρόοδο, τον αγώνα και την ολοκλήρωση, κι εσύ βιάσθηκες πολύ να την καπαρώσεις. Πιστεύω όμως – θέλω να πω, Εκείνος πιστεύει – πως η μαγιά σου είναι καλή, πως έχεις πολλά μπροστά σου. Πρέπει να επιστρέψεις για να τα συναντήσεις, Αλέξανδρε. Κι άκουσέ με σ’ αυτό: λίγη μονάχα τύχη σου χρειάζεται, για να γίνεις ο βασιλιάς στην δική σου σκακιέρα.”
Δεν απάντησε. Το ‘νιωθε, πως η επιλογή που είχε γίνει ήταν η καλύτερη, η ευκαιρία που του δινόταν μοναδική. Δίστασε για μια στιγμή, κι ύστερα πετάχτηκε όρθιος και κίνησε προς την έξοδο. Στάθηκε λίγο πριν την διαβεί, και κοίταξε τον Κριτή του κατάματα. “Τι θ’ απογίνει αυτός;”
“Έχει καθορίσει ο ίδιος το τέλος του.”
Δίστασε ξανά. “Κι οι γονείς μου;”
Δίστασε κι ο Κριτής. “Θα τα καταφέρουν.”