| William Dalton | Comments ]

Την έκτη μέρα, Εκείνος έφτιαξε την κορωνίδα της Δημιουργίας, τον άνθρωπο. Τον ονόμασε Αδάμ και τον τοποθέτησε στον παράδεισο, μια ειδυλλιακή περιοχή η οποία τοποθετείται από τους ιστορικούς στη σημερινή Μεσοποταμία και ονομάσθηκε κήπος της Εδέμ. Έπειτα, υπερήφανος για το επίτευγμά Του, κάθισε να το απολαύσει. Πράγματι, είχε κάνει τα πάντα με σοφία και σύνεση κι ο Αδάμ ξεπερνούσε τις προσδοκίες Του. Μελετούσε ακατάπαυστα το περιβάλλον γύρω του, προσπαθούσε να το κατανοήσει στην κάθε του λεπτομέρεια και Τον είχε ζαλίσει με τις ερωτήσεις Του για οτιδήποτε του έκανε εντύπωση. Εκείνος, σαν στοργικός πατέρας δε σταματούσε ποτέ να τον ακούει και να του λύνει κάθε απορία, με εκείνη την κρυφή ικανοποίηση που εν πολλοίς απέρρεε από τον πυρήνα της αρχικής σύλληψής Του: «Κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσιν».


Όλα αυτά, όπως και η συνέχεια είναι γνωστά. Ο Αδάμ, γρήγορα βαρέθηκε και ζήτησε από τον Κύριο, σύντροφο. Κάποιον, με τον οποίον να μπορεί να επικοινωνήσει αλλά και να προβληματιστεί για όλα αυτά που συνέβαιναν γύρω τους. Εκείνος, (πολλοί θα έλεγαν με πίκρα που η παρέα Του δεν ήταν αρκετή στον Αδάμ) έκοψε πηλό από το πλευρό του και δημιούργησε την Εύα. Τόσο ίδια ώστε να ικανοποιήσει το αίτημα που είχε δεχθεί και τόσο διαφορετική ώστε να κινήσει και την περιέργεια του Αδάμ ο οποίος είχε αποδειχθεί ότι βαριόταν εύκολα. Φιλοσοφικά, θα έλεγε κανείς ότι πριν το προπατορικό αμάρτημα, η πρώτη προσπάθεια χειραφέτησης του ανθρώπου ήταν αυτή ακριβώς η επιθυμία για κάτι καινούριο, για μια νέα δημιουργία μέσα σε ένα περιβάλλον ακόμη ανεξερεύνητο.


Η Εύα αποδείχθηκε πιο εξελιγμένη ακόμη και σε αυτό. Προβληματίστηκε πάνω στα όρια που ετέθησαν, στο νόημα που αυτά έχουν και η περιέργειά της δεν ικανοποιήθηκε παρά μόνο όταν τελικά τα παρέβη. Από αυτή την πλευρά απετέλεσε την κινητήριο δύναμη του κόσμου όπως τον ξέρουμε σήμερα. Πολλοί ερμήνευσαν και ύμνησαν το προπατορικό αμάρτημα πάνω ακριβώς σε αυτή τη βάση. Το ανθρώπινο είδος δε γνωρίζει περιορισμούς, ακόμη κι όταν θα έπρεπε. Από τη φύση του είναι προορισμένο να εξερευνήσει, να ερμηνεύσει ίσως κι άθελά του να καταστρέψει τα πάντα γύρω του, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει την περιέργειά του.


Με την τελευταία απογραφή στον παράδεισο, εν’όψει της δημιουργίας του νέου πολυχώρου (βλ. Κείμενο 24/10/08 «Ο Νέος Παράδεισος») ανακαλύφθηκε ημερολόγιο πολύ παλαιότερο από αυτά που υπήρχαν μέχρι τότε στα αρχεία. Όταν οι άγγελοι-βιβλιοθηκονόμοι ρώτησαν Εκείνον, έλαβαν την απάντηση : «Ονομάστε το τόμο Ι και μην τολμήσετε να το ανοίξετε, χωρίς να σας πω εγώ». Όμως, κατά τη μεταφορά, κάποιες σελίδες που δεν ήταν δεμένες πολύ καλά έπεσαν. Κάποιοι περίεργοι δεν άντεξαν και περιεργάσθηκαν το μέρος του ημερολογίου που δεν είχε ανοιχθεί από κανέναν αλλά απλώς είχε πέσει. Παρατήρησαν ότι οι σελίδες ήταν φτιαγμένες από τεράστια φύλλα μηλιάς και αμέσως θυμήθηκαν το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού. Ήξεραν άλλωστε ότι Εκείνος αρέσκεται σε τέτοιου είδους παράδοξα. Ώστε τελικά αυτός ήταν ο περιορισμός, απλώς τους ζήτησε να μην πειράξουν τη γραφική Του ύλη και εκείνοι απλοϊκοί στη σκέψη και εύπιστοι στις διαβολικές παραινέσεις, πίστεψαν ότι έτσι απλά και άκοπα θα κατακτούσαν τη σοφία Του.


Όμως η μεγάλη αποκάλυψη δεν ήταν αυτή. Τα κείμενα περιέγραφαν ακριβώς το διάστημα λίγο πριν τη δημιουργία της Εύας έως τη στιγμή που οι δύο πρωτόπλαστοι αψηφούν το Θείο Θέλημα. Όταν λοιπόν ο Αδάμ άρχισε να εξασκεί το μυαλό του και να δημιουργεί πιο σύνθετες σκέψεις, Εκείνος του πρότεινε να παίξουν ένα παιγνίδι που είχε σκαρφιστεί στο χρόνο της απέραντης μοναξιάς Του. Πήραν λοιπόν μια μεγάλη πεπλατυσμένη πέτρα χάραξαν και χρωμάτισαν 24 μικρά ισοσκελή τρίγωνα, αρίθμησαν τις πλευρές δύο κύβων και πήραν ο καθένας από 15 πετραδάκια, άσπρα ο ένας και μαύρα ο άλλος. Έτσι δημιουργήθηκε το πρώτο τάβλι. Το νέο παιγνίδι το έπαιζαν κάθε απόγευμα, μετά το τέλος της καθημερινής εξερεύνησης του Αδάμ. Στην αρχή, όπως ήταν φυσικό, Εκείνος κέρδιζε πολύ εύκολα και γρήγορα. Σιγά σιγά όμως το δημιούργημα άρχισε να δυσκολεύει το Δημιουργό. Εκείνος, ενθουσιασμένος από την πρόοδο του μαθητή Του, προσπαθούσε να του δείχνει συνεχώς νέες στρατηγικές και κόλπα. Όσο, όμως και να πλησίαζε στη νίκη, ο Αδάμ πάντα στο τέλος έχανε, κυρίως εξαιτίας της ανυπομονησίας να δείξει ότι επιτέλους έγινε αντάξιός Του.


Κατά τη διάρκεια ενός από αυτά τα παιγνίδια, ζήτησε τη συντροφιά που τόσο αποζητούσε και ένα άλλο απόγευμα μετά από μια παρτίδα τάβλι ο Κύριος του παρουσίασε την Εύα. Όπως θα ανέμενε κανείς, η Εύα έχοντας και τη βοήθεια του Αδάμ εξελίχθηκε πολύ πιο γρήγορα και σύντομα έγινε αυτό ακριβώς για το οποίο είχε πλαστεί, μια ικανή σύντροφος και φυσικά ένα άκρως ενδιαφέρον αντικείμενο εξερεύνησης. Έτσι ο Αδάμ, για σύντομο χρονικό διάστημα, έζησε και κατέγραψε στα γονίδια όλων ημών την ιδανική ζωή. Το πρωί «εξερευνούσε» την Εύα και το απόγευμα έπαιζε τάβλι με έναν πραγματικά δύσκολο αντίπαλο. Όπως όλα τα καλά σε αυτή τη ζωή ο παράδεισος δε θα κρατούσε για πολύ. Η Εύα ένιωσε παραμελημένη, άρχισε να γκρινιάζει και να απαιτεί από τον Αδάμ να μένει σπίτι και να παίζει μαζί της. Όπως κάθε άντρας, εκείνος αρνήθηκε να χάσει τις λίγες ώρες που περνούσε με τον Κολλητό του, ειδικά τη στιγμή που είχε μάθει να Τον ζορίζει, μόνο και να μόνο για να παίζει με μία περίεργη αρχάρια. Έτσι, η Εύα άρχισε να κάνει βόλτες στον κήπο της Εδέμ και να εξερευνά, μέχρι που συνάντησε μία μηλιά με ένα φίδι από κάτω.


Τα υπόλοιπα δε διαβάζονται καθαρά στο ημερολόγιο, αλλά έτσι κι αλλιώς είναι γνωστά σε όλους μας. Οι επόμενοι τόμοι έχουν γραφεί με διαφορετική γραφική ύλη. Αυτό που έχει μείνει αναπάντητο, ακόμη και στους αγγέλους-βιβλιοθηκονόμους, είναι τί σημαίνει μια σημείωση στο περιθώριο της σελίδας με το προπατορικό αμάρτημα γραμμένη σε άγνωστη γλώσσα.
“totaBliteLiypomOnikaItomuNiPehniDi”