| Averell Dalton | Comments ]

Το σκηνικό, αν το καλοσκεφθείς, θύμιζε θερινό σινεμά – καρέκλες στοιχισμένες απέναντι από την υπερυψωμένη σκηνή, με σκόρπια τραπεζάκια ανάμεσά τους για ν’ ακουμπάς ποτό, ποικιλία τυριών ή τους αγκώνες σου, και δυο σειρές υπομονετικών ανθρώπων να προσμένουν την προσέγγισή τους στα μπαρ στο πίσω μέρος, χαζεύοντας την παράσταση. “Ιεροσυλία”, διαμαρτύρεται ο ελιτιστής μέσα μου – “χαλάρωσε”, τον επανέφερε ο αράπης, “και στα clubs κάπως έτσι γίνεται…”. Αναζητώ την άκρη τού νήματος, τον ειρμό τού κομματιού που έπιασα από την μέση (εφ’ όσον ήθελες ν’ ακούσεις και το Echoes τού Φακανά και τον Carter, έπρεπε ή να αναστατώσεις όλη την αίθουσα φεύγοντας νωρίτερα από την πρώτη παράσταση, ή να χάσεις δέκα λεπτά από την δεύτερη), καθώς προσπαθώ να εξηγήσω όσο πιο χαμηλόφωνα γίνεται στην κοπέλα πίσω από τον πάγκο ότι θέλω από το μαύρο Johnnie κι όχι από το κόκκινο – κι αφού ξεκαθαρίσαμε, προς ανακούφισή μου, ότι όποιος από την παρέα μου είχε την έμπνευση να παραγγείλει Daiquiri για να παρακολουθήσει τον μπασίστα, που κάποτε έπαιξε δίπλα στον Miles, θα έμενε στεγνός. “Εννοείτε Johnnie malt!” ,απεφάνθη η κοπέλα, με την βεβαιότητα τού γευσιγνώστη. Προδίδοντας όλες τις αρχές μου και την φυσική μου ροπή προς τον σουρεαλισμό, συγκατένευσα – το αποτέλεσμα μετράει. Πήρα ποτό και φυστίκια και γύρισα στην θέση μου, όχι πολύ μακριά από το σημείο, όπου η κοπέλα που με σέρβιρε θα επιδιδόταν αργότερα με τους συναδέλφους της σ’ ένα μπαράζ σπασίματος ποτηριών και καλαθόσφαιρας με άδεια μπουκάλια. Jazz με αλεατορικά στοιχεία – αυτό το φεστιβάλ είχε ξεπεράσει κατά πολύ τις πειραματικές μου προσδοκίες.

Η πρώτη επαφή με την πελώρια Αίθουσα Banquet τού Μεγάρου Μουσικής σε ψαρώνει. Μπαίνεις από την πίσω πλευρά ενός ημικυκλικού εξώστη κι έχεις “πιάτο” μια οβάλ σάλα, που θυμίζει έντονα night club στο Chicago τής ποτοαπαγόρευσης. “Ιδανικό για jazz”, συλλογίζεσαι. Ύστερα “προσγειώνεσαι” στην πλατεία – that is, ένα μέτρο κάτω από το επίπεδο τής σκηνής. Οι καρέκλες είναι χαμηλές, το δάπεδο δίχως κλίση, μοιραία λοιπόν οι καθυστερημένοι των τελευταίων καθισμάτων παθαίνουν κράμπες από το διαρκές τέντωμα, ή, στην περίπτωσή μου, το παίρνουν απόφαση και απολαμβάνουν τις τονικές ακολουθίες χαζεύοντας το εντυπωσιακό ταβάνι, λες και βρίσκονται στο Πλανητάριο. Αυτά, μέχρι την στιγμή που η υπομονή αυτών που ήλθαν για να δουν εξαντλείται: τις τονικές ακολουθίες συνοδεύουν πλέον μουρμούρα κι αντεγκλήσεις ανθρώπων που προσπαθούν να τεντωθούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. “Έπρεπε να μοιράζουν μάσκες νυκτός”, οργίσθηκα σιωπηρά. Ή, καλύτερα, να σου απευθύνουν κατά την είσοδό σου την ερώτηση: “Τι ήλθες να κάνεις εδώ;”. Κι αν απαντήσεις, “να δω τον τάδε”, να σου επιστρέφουν το αντίτιμο τού εισιτηρίου και να σε κερνούν cocktails στο φουαγέ με τις τηλεοθόνες.

Μάταια προσπαθούσε το κουαρτέτο τού Ron Carter να δώσει τον τόνο. Άλλωστε, με το “δυνατό” όργανο τού σχήματος (το πιάνο) να κάνει ό,τι μπορεί για να μην καπελώσει το μπάσο τού front man, το παιχνίδι μοιάζει χαμένο από χέρι, ιδίως ενώπιον ακροατηρίου άσχετου με το άθλημα, και, επομένως, ανυπόμονου. Αφού πειραματίσθηκαν με το πόσες φορές μπορούν να γυρίσουν έναν lounge ρυθμό σε κανάστα και τανάπαλιν, κάνοντας ξαφνικά το Daiquiri να μην φαίνεται τόσο άσχετο, οι μουσικοί καταστάλαξαν στο lounge. Το “My Funny Valentine” άλλαξε για λίγο το κλίμα, κι ας μην ακούγεται το ίδιο χωρίς πνευστά – αριστοτεχνικές εδώ οι ερμηνείες. Στο σύνολό του, όμως, το πρόγραμμα απαιτούσε την προσήλωση τού ακροατή – κι εδώ οι ακροατές δεν περίσσευαν. Προϊόντος τού χρόνου, οι κάθε λογής αταίριαστοι αφοσιώθηκαν στο ν’ αναζητούν στο πλήθος τους γνωστούς με τους οποίους χάθηκαν κάπου ανάμεσα στις αίθουσες, να χειρονομούν σ’ αυτούς που εντόπιζαν, να μετρούν με τον ουρανίσκο τα διαφορετικά είδη τυριών δίχως ιδιαίτερη συστολή – και να επιτείνουν εκείνη την βουβή-ή-όχι-και-τόσο φασαρία που αποσυντονίζει και τους υπόλοιπους. “Τα μεγάλα ακροατήρια σκοτώνουν την Τέχνη”, επανήλθε αδυσώπητο το Αξίωμα τού comme il faut Κουλτουριάρη. “Χίλιες φορές στο Guru…”.

Το show φθάνει στο τέλος του. Μαντεύεις πόσα έχει ακούσει ο καθένας από τους γύρω σου από τον τρόπο με τον οποίο επευφημεί τους καλλιτέχνες – γενικός κανόνας: όσο περισσότερη φασαρία κάνεις στο μπιζάρισμα, τόσο λιγότερα έχεις καταλάβει. Το ωραίο είναι που, όσο κι αν βαρέθηκες στην πορεία, δεν το κουνάς από την θέση σου αν δεν ακούσεις και το encore – πιάνεις την μύτη σου και καταπίνεις την τελευταία γουλιά, για να μπορείς να λες αργότερα “ήμουν κι εγώ εκεί…”. Τα φώτα ανάβουν, κάποιος ταλαίπωρος προσπαθεί να απεγκλωβισθεί και παρασύρει ένα από τα τραπεζάκια, αναποδογυρίζοντάς το. “Τς, τς”, κάγχασε ο ελιτιστής, “μπουζούκια το κάναμε το Μέγαρο…”. Ο αράπης δεν βρήκε κάτι να του απαντήσει.



Υ.Γ.: Πέρα από την γκρίνια, η Μεγάλη Νύχτα τής Jazz στο Μέγαρο Μουσικής σχεδιάσθηκε στην πραγματικότητα ως το Μεγάλο Πάρτι τής Jazz – και, ως τέτοιο, πέτυχε απόλυτα τον στόχο της. Οπουδήποτε αλλού θα διαβάσεις, πιθανότατα, διθυράμβους: από τον χώρο παρέλασε η μισή Αθήνα, που απόλαυσε ένα μεστό κατά γενική ομολογία πρόγραμμα κι είχε την ευκαιρία να πειραματισθεί στο πιάνο και το κοντραμπάσο, καθώς και στο πολυαναμενόμενο jam session (το οποίο, ατυχώς, έχασα λόγω ανειλημμένης υποχρέωσης). Καλλιτεχνικά, οι Έλληνες συμμετέχοντες το πήραν, ως είθισται, πιο “ζεστά” από τους ξένους (τα σέβη μου στους Φακανά και Πατερέλη). Ο Marcus Roberts έπαιξε σπουδαίο πιάνο όταν χαλάρωσε, αποδεικνύοντας ότι δεν χρειάζεται να βλέπεις για να νοιώθεις (πιθανώς κι ότι νοιώθεις περισσότερα όταν δεν βλέπεις). Το κατά πόσον η jazz νοιώθει καλύτερα στα σαλόνια τού Μεγάρου απ’ ό,τι στα καταγώγια που την κοιλοπόνεσαν, είναι μια άλλη ιστορία…