| Averell Dalton | Comments ]




Τι μύθος είν’, αλήθεια, αυτός που αιώνες σε στοιχειώνει;
Ποιανού θεού η ανίκητη κατάρα σε πλακώνει;
Ποια σε κυριεύει ασθένεια, κι εκεί που θριαμβεύεις
του Κρόνου την ολέθρια συνήθεια ζωντανεύεις;



Ραγιά σε αναθρέψανε απ’ του μωρού την κούνια.
Οσφυοκάμπτης έγινες, δειλός μέχρι τα μπούνια.
Στο ριζικό στο γράψανε: στο τέρμα για να φτάσεις
τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη θα πρέπει να περάσεις.

Από φουρτούνα σε χαμό κι από καημό σε δάκρυ
αγνώριστος ξεβράστηκες στης θάλασσας την άκρη,
ατομιστής και πρόστυχος, του τομαριού σου φίλος –
καλά που σε θυμήθηκε κι ο λατρευτός σου σκύλος

έτσι, λερός, που γύρισες απ’ την Ανατολία,
τις δάφνες σου όπου γύρευες (για ποιαν, αλήθεια, αιτία;
Για την τιμή ποιου οράματος, ποιας Μείζονος Ιδέας,
να σου περάσουνε λουριά ανέχτηκες στο κρέας;).

Χρόνο μακρύ τον πέρασες μια ζήτουλας, μια επαίτης,
απ’ το ‘να στ’ άλλο αφεντικό να τρέχεις υπηρέτης,
ξενόφερτα οράματα τα πίστεψες δικά σου,
πρόθυμα τους ξεπούλησες και την ταυτότητά σου,


τον κάματο βαρέθηκες κι είπες να διατάζεις,
γουρούνια τους συντρόφους σου άρχισες να φωνάζεις.
Και δες, που ξάφνου μοιάζουνε στ’ αλήθεια με γουρούνια –
μαζί κι εσύ, ηγήτορας σε πήλινα τακούνια.


Ήρθε στιγμή, που νόμισες πως κάτι πάει ν’ αλλάξει –
“ελευθερία”, φώναξες, “ψωμί, κι όλοι στην τάξη”.
Μ’ αμέσως πιάσανε δουλειά τού λούσου οι Σειρήνες
κι ύπνος βαθύς απλώθηκε στις σύγχρονες Μυκήνες.


Τίποτε δεν σε τάραζε απ’ το ροχαλητό σου.
Και μόνο σαν απλώσανε χέρι στο φαγητό σου,
στ’ αμάξι και στο εξοχικό με την οβάλ πισίνα,
φωνή μεγάλη έσυρες: “δεν θα περάσει η πείνα!”.


Στην απεργία κατέβηκες και βάλθηκες να βρίζεις
εσύ, που μόνο καναπέ και καμπινέ γνωρίζεις.
Τόσων ανθρώπων μάζωξη δεν είδες στη ζωή σου –
μα τι κοινό να έχουνε όλοι αυτοί μαζί σου;


Το κλίμα είν’ ανυπόφορο, δεν σε χωρά το μέρος,
παλεύεις την πυκνότητα ν’ αντέξεις του αέρος,
στρέφεις στο πλήθος ψάχνοντας φίλους, συνοδοιπόρους –
μονάχα γουρουνιών οσμή ξεχύνεται απ’ τους πόρους.


Ένστικτο προπατορικό ξάφνου σε κατακλύζει.
Ποθείς να δεις το χέρι σου τον δίπλα να ξεσκίζει.
Ποιος είναι αυτός που τόλμησε να λείψει απ’ την πορεία;
Βαρειά θα πρέπει να τον βρει απόψε τιμωρία.


Μ’ ένα δαυλό κι ένα στουπί τα χέρια σου οπλίζεις
και του προδότη τη φωλιά με την φωτιά στολίζεις.
Μέσα απ’ τις φλόγες ουρλιαχτά, “καιγόμαστε, σταθείτε!” –
χαιρέκακα αποκρίνεσαι, “μουνάκια, να καείτε!”.


Τώρα το δάκρυ τού ερπετού μπροστά στον τάφο χύνεις.
Πάντα η Ιθάκη θα ‘ναι εδώ, μα συ μακρυά θα μείνεις.
Καιρό πολύ ξαπόστασες, κι η Δόξα περιμένει,
μα να τραβήξεις κατά κει κανένας δεν προσμένει.












* Εορταί και Επέτειοι: 1. περασμένα μεγαλεία 5. ο θάνατος τού λαού, η κηδεία τής ελπίδας 14-15. με τους βαρβάρους μας, επί τέλους 16. πρωτομηνιά 22. παράτα με τώρα, αρχίζει το ματς 24. αλλού ο Άγιος, αλλού το Πνεύμα 29. πες ένα τραγούδι και για μας, ω Ποιητή