| Averell Dalton | Comments ]

Καθώς ο χώρος των σχολίων δεν επαρκεί για να στεγάσει την μνημειώδη φλυαρία μου, ας μου επιτραπεί να καπελώσω το σπουδαίο κείμενο που προηγήθηκε με κάποιες παρατηρήσεις:

Στην πραγματικότητα, αυτό που μπορείς να διαπιστώσεις από την κατεύθυνση που παίρνει το ασφαλιστικό στην εποχή μας είναι η παντελής έλλειψη αντιστάσεων τού κοινωνικού συνόλου απέναντι στην θέληση των Δυνατών. Σύμφωνοι, στην Ευρώπη τού 1945 η ευαισθησία θα ήταν αυξημένη. Και οι κινούντες τα νήματα θα ένοιωθαν, επομένως, δεμένα τα χέρια τους σε ό,τι αφορά τους όρους που θα καταγράφονταν στο επερχόμενο “κοινωνικό συμβόλαιο”, με τους λαούς στα όρια των αντοχών τους και τις Σειρήνες από την Μόσχα να ακούγονται πιο δυνατά παρά ποτέ.



Όμως ποιος νομοθέτης στα λογικά του προτείνει σήμερα στους νέους ασφαλισμένους να παραμείνουν στην δουλειά μέχρι τα 65 τους και πιστεύει ότι, στην προχωρημένη αυτή ηλικία, θα είναι όσο αποδοτικοί χρειάζεται; Διά της τεθλασμένης, στην κουβέντα εισάγονται έννοιες και προτείνονται δυνατότητες βγαλμένες απ’ τα πιο τρελά όνειρα τής εργοδοσίας: δούλευε σαν σκυλί για να ‘χεις την θέση σου σίγουρη, έσο έτοιμος να ζήσεις για καναδυό χρονάκια (ή και παραπάνω) στην ανεργία πριν βγεις στην σύνταξη, κάνε και το σκατό σου παξιμάδι για να βάλεις λεφτά στην άκρη γι’ αυτά τα χρόνια, να δουλέψουν και οι Ψωμιάδηδες. Θίγοντας πολύ λιγότερα από τα “κεκτημένα” προ δεκαετίας, ο Τάσος Γιαννίτσης εξαναγκάσθηκε σε άτακτη υποχώρηση. Σήμερα γιατί δεν μιλά κανείς; Απλό: ο λαός υπνώττει.

Αν οι γαλάζιοι υπέρμαχοι των τριών “δεν” τού Ασφαλιστικού μπορούν να θεωρηθούν άφρονες, άτολμοι και, εξ αυτών, ακατάλληλοι, οι πράσινοι διάδοχοί τους ήταν απλώς ψεύτες. Έτσι κι αλλιώς, από την οριστική εγκατάλειψη κι αυτής της “κόκκινης γραμμής”, όπως συνέβη και με τις υπόλοιπες που έθεσε ως τώρα η κυβέρνηση, ουδείς εξεπλάγη – ούτε καν οι πιστοί ψηφοφόροι τού Κινήματος. Το Μνημόνιο τα παρέσυρε όλα στο διάβα του, και με τους πολίτες να μετρούν έντρομοι τα ευρώ που χάνουν καθημερινά και να περιμένουν καρτερικά το μερτικό τους από τις 200.000 μάρκα που τσακώσαμε στον αμαρτωλό λογαριασμό τού κυρίου Μαντέλη, ποιος ν’ ασχοληθεί με την χαμένη τιμή τού λόγου τού Πρωθυπουργού;

Ο Ανδρέας Λοβέρδος εξακολουθεί να είναι ο καλύτερος τού συρφετού που φέρει τον τίτλο “Κυβέρνηση τής Ελλάδος”, κι η δουλειά που έχει καταθέσει στο νομοσχέδιό του φαίνεται. Αλλά τα καβγαδάκια με την τρόικα για τις υπό “διαπραγμάτευση” πτυχές τού σχεδίου θυμίζουν τον προπονητή, που ξεκινά το ματς έχοντας από πριν έτοιμο το χαρτάκι με τις δηλώσεις για την περίπτωση ήττας: οι αντίπαλοι ήταν ψηλότεροι, το τεραίν ανηφορικό, έβρεχε κιόλας…

Περισσότερο κι από δίκαιο, το νέο ασφαλιστικό μοιάζει να είναι ένα λογικό σχέδιο. Δεν είναι ούτε δίκαιο, ούτε λογικό. Η φαινομενικά ορθή συλλογιστική που λέει, “θα πάρεις σύνταξη ανάλογη των εισφορών που έχεις καταβάλει”, υποκρύπτει την πραγματικότητα τού καθορισμού των αποδοχών καθενός από μας, επομένως και των εισφορών που καθένας καταβάλλει, με όρους αγοράς: έτσι, παλαιόθεν θεωρείται νόμιμον, επομένως δίκαιον και ηθικόν, να βγάζεις πολύ περισσότερα απ’ όσα έχεις ανάγκη, αλλά κι απ’ όσα θα δικαιολογούσε η προσφορά σου στο σύνολο, απλώς και μόνον επειδή ξέρεις να πλασάρεις εαυτόν, επειδή είσαι ο καλύτερος στο να γλεντάς on camera, ή επειδή ο κοπανιστός αέρας που πουλά το σινάφι σου είναι χρωματιστός κι όχι ασπρόμαυρος. Παρά την ενοποίηση των Ταμείων σε τρία (που όμως δεν θα συμπεριλαμβάνουν τα… γνωστά δύο), παρά το κόψιμο των Δώρων για τους ευπόρους και τα επιδόματα και την “εθνική σύνταξη” (που θα είναι η ίδια, είτε η βασική σύνταξη που θα παίρνεις είναι 800, είτε είναι 3.000 ευρώ), το “με πόσα θα ζεις όταν γεράσεις” θα καθορίζεται, όπως πάντα, από το αν είσαι ο Πρετεντέρης, ο Κούγιας, ο Φουστάνος ή ο Μήτσουλας.

Εδώ κάπου σταματά κι η λογική. Και δεν θα σταθώ στο παράδοξο τού να βασίζεις τις ελπίδες σου για ενεργοποίηση τού Πυλώνα τής ιδιωτικής ασφάλισης στην απληστία των υψηλόμισθων, ή στο να πιάσουν το Τζόκερ οι υπόλοιποι. Ούτε στο ότι οι κκ. Παπανδρέου και Λοβέρδος λένε σε κάποιους, στους πιο αδύναμους εξ ημών, ότι μετά από σαράντα χρόνια δουλειάς θα πρέπει να μάθουν να ζουν με 900-1000 ευρώ μηνιαίως (προσοχή: το ποσό αυτό συμπεριλαμβάνει και την εθνική, και την επικουρική σύνταξη). Αλλά, εν καιρώ κρίσης, θα περίμενε κανείς από μια κυβέρνηση, που επαίρεται για την κοινωνική της ευαισθησία, να δώσει στην πολιτική της επί του ασφαλιστικού αληθώς αναδιανεμητικό χαρακτήρα – να χρησιμοποιήσει, δηλαδή, τους πόρους από τις εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών για να ενισχύσει, έστω στα γεράματα, το εισόδημα των αληθώς αδυνάτων.

Αντ’ αυτού ακολουθείται πιστά η πεπατημένη τής παραμυθίας, που από τα μέσα τού 20ού αιώνα μάθαμε ν’ αποκαλούμε “κοινωνικό συμβόλαιο”: εισφορές ανάλογες τού εισοδήματος, σύνταξη ανάλογη των εισφορών, επομένως και του εισοδήματος κατά την εργασία. Έτσι, μετά από μια λαμπρή και αψεγάδιαστη καριέρα, κατά την οποία αμείφθηκες με δόξα, τιμή και χρήμα για τις ανεκτίμητες υπηρεσίες σου στο σύνολο κι έφτιαξες και μια μικρή περιουσία, όσα κι αν σου ‘φαγε η Εφορία, η Πολιτεία θα συνεχίσει να σε “τιμά” για τα παρελθόντα ανδραγαθήματά σου με 3000-4000 ευρώ τον μήνα (αναλόγως αν ανήκεις στα κοινά Ταμεία ή στα… άλλα), την ώρα που κάποιος, που για σαράντα χρόνια άλλο δεν έκανε απ’ το να κολυμπά κρόουλ σε βόθρο, έμεινε από ανάσες και πνίγηκε, μέσα στα σκατά.

Λογικόν; Όσο και δίκαιον.

Είναι, πιθανώς, θέμα οπτικής.