| William Dalton | Comments ]


Απρίλιος
Δευ
Τρί
Τετ
Πέμ
Παρ
Σάβ
Κυρ
     
    
    
1   
2   
3   
4   
5   
6   
7  
8   
9   
10 
11 
12 
13 
14 
15 
16  
17 
18 
19 
20 
21 
22 
23  
24 
25 
26 
27 
28 
29 
30  
     
     

Σαν είδε κι απόειδε η σοφή θεά,
το μπάχαλο αποφάσισε να λύσει.
Για την Ιθάκη έβαλε φτερά,
αφού το Δία κατάφερε να πείσει.

Στο Μάχο παρουσιάσθηκε μπροστά:
"Είμαι αυτή που άνδρα θα σε κάνει."
Αυτός πιάνει τον καβάλο χαμηλά
και λέει:"Δε θα'μαι πια χαϊβάνι"

Έτσι, ξεκίνησαν ταξίδι μακρινό,
στη Σπάρτη να πάνε να ρωτήσουν.
Κι αν έπεφτε η προσπάθεια στο κενό
τη βολή τους άξιζε να  αφήσουν.

Το πρωί πηγαίναν χωρίς σταματημό,
δεν προλάβαινε τα μούτρα του να νίψει.
Το βράδυ αν είχε ξάστερο ουρανό,
ο φλώρος, τη θεά έσκυβε να γλείψει.

Γιατί αν δε μάθεις γλείψιμο σωστό,
αν φουσκάλες η γλώσσα σου δε βγάλει,
καμμιά θεά στο κορμί το τορνευτό
τη σμίλη σου να γλύψει δε θα βάλει.

Αφού ημέρες πέρασαν πολλές,
του κερατά η πόλη εφάνη.
Είχε πύλες θεόρατες, ψηλές,
κεφάλι φορτωμένο να μην πιάνει.

Το λουτρό του όσο έπαιρνε ο φλώρος,
κοίταζε η Ελένη μ' απορία.
Του Οδυσσέα μοιάζει ο σπόρος,
σκέψη που δε θα'κανε κυρία.

Στο Μενέλαο λέει την ιστορία
για τη συνάντηση μ'έναν επαίτη.
Ως ζητιάνος μπήκε στην Τροία,
βραδάκι ο γιος του Λαέρτη.

Εκείνη δεν είπε τίποτα,
ενώ μπορούσε να τον δώσει,
γιατί κρυφά κι ανείπωτα
το κέρατο είχε μετανιώσει.

Τα είχε με τον εαυτό της
π' άντρα σοφό κι όμορφο λέει
για το καπρίτσιο το δικό της
στη Σπάρτη παράτησε να κλαίει.

Όμως δεν έφταιγε αυτή μονάχα 
μα και του πόθου η θεά, Αφροδίτη
που την τύφλωσε με τον Πάρη τάχα
και του το'σκασε κάτω απ' τη μύτη.

Αλί σ' αυτόν που γεύεται
αυτή που θα ποθήσει.
Φαϊ που δε χωνεύεται
στο στομάχι θα καθήσει.

Θα σκύψει, θα ταπεινωθεί,
μέχρι που θα γονατίσει
κι αν το λόγο αιτηθεί,
ως συγγνώμη θα ζητήσει.

Ο Μενέλαος την παρακολουθούσε
αυτόν απ'όλους να λέει πιο ωραίο
και με το νου, χαστούκι την κερνούσε
που απ' όλα τόλμησε να πει το πιο χυδαίο.

Σηκώνεται και άγρια την κοιτάει.
Αυτή τρέμει, της κόβεται η λαλιά,
τώρα πια φοβάται όταν μιλάει.
Τίποτα,αλίμονο, δεν είναι σαν παλιά.
  

"Σαν μπήκαμε στην Τροία με τον ίππο
συ δεν ήσουν που πήγες να μας κάψεις;
Ή κατά τύχη βγήκες στον κήπο
και σου' ρθε τα ονόματά μας να φωνάξεις;"

"Κι αν δεν ήμαστε εγώ κι ο Οδυσσέας
μισοί θα'βγαιναν γυνή να συναντήσουν
και όλοι θα ψηνόμαστε σαν κρέας
επειδή εσύ τους έπεισες να ανοίξουν."

Μιλούσε και μίσος γινόταν ο θυμός,
μα σαν πλησίασε για να τη χτυπήσει
ο στράπλες χιτώνας, ο εφαρμοστός*
έκανε το βλέμμα να κολλήσει.

Με μιας το έστρεψε όπως όπως
και είδε το είδωλό του στην ασπίδα.
Γι' αυτόν ντροπή ήταν πια ο πόθος
και οι σκέψεις του, άσχημη παγίδα.

Με δύναμη τα χάλκινα κλωτσά
και γυρνά αμίλητος στο θρόνο.
Κρασί να του φέρουνε ζητά
να μαλακώσει αυτό μπορεί τον πόνο


Τι κι αν του τάξαν' οι θεοί αθανασία
κι αν το παλάτι γέμισε με πλούτη
δεν την αντέχει πια την αηδία
κάθε φορά που ορέγεται ετούτη. 

Έστω αργά πήρε μάθημα σοφό
αν μπορούσε τη ζωή του να πειράξει,
δε θα ξανάκανε το πιο κακό
το λάθος με λάθος να αλλάξει.



 (*τανύπεπλος κατά τον Όμηρο)


ραψωδία δ΄ στ.235-289 http://www.mikrosapoplous.gr/homer/odm4.htm