| William Dalton | Comments ]

Σ'ένα βράχο καθισμένος, σκυφτός

το κύμα χαζεύει να σκάει

κι ο ίδιος δεν κατάλαβε πώς

η νιότη του έφυγε, πάει.

Για όλους έξυπνος, μάγκας, σοφός

όμως η ώρα πια δεν περνάει.

Χόμπυ ένα του μόνο, ξυλουργός

άλογα στο ξύλο πελεκάει.

Τώρα όμως, γνωρίζει κι αυτός

πως τα χούγια κανείς δεν ξεχνάει.

Αν μπορούσε θα τα' φερνε αλλιώς

μα πάντα γυνή τον κυβερνάει.

Σαν την είδε ήταν νύμφη σωστή

ροδαλή, ζουμερή μα και φίνα.

Ένα πράμα μόνο σκέφθηκε κει

να σβήσει τη μεγάλη του πείνα.

Και δεν του έφθασε μόνον αυτό,

μα ήθελε να χτίσει και σχέση.

Έτσι πέρασαν χρόνια οκτώ

και στην κάρα πλήξη έχει πέσει.

Τι κι αν κέρδισες μάχες πολλές

κι αν από σε πάρθηκε η Τροία

εις την λάρα* Καλυψώ πώς το λες

ότι φεύγεις απ'την Ωγυγία;

Το καλεντάρι του δέκα λοιπόν

τον Οδυσσέα έχει για θέμα,

τη βλακεία που έδερνε αυτόν

κι από κει εσένα κ' εμένα.

*λάρα: το "λάγνα" ποιητική αδεία

Δευ

Τρί

Τετ

Πέμ

Παρ

Σάβ

Κυρ

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

11

12

13

14

15

16

17

18

19

20

21

22

23

24

25

26

27

28

29

30

31