| William Dalton | Comments ]

Περιδιαβαίνοντας στο καθαρτήριο, είδα πολλούς να περιμένουν την εκδίκαση της υποθέσεως τους με εμφανή αγωνία. Στην άκρη, όμως, του διαδρόμου, καθόταν ένας γεράκος με γενειάδα και λευκό χιτώνα. Απομονωμένος από τους υπολοίπους και γαλήνιος, τους παρακολουθούσε να διηγούνται ο ένας στον άλλο τις «παρεξηγήσεις» που τους οδήγησαν στην απόρριψη από τον Κριτή και στην αναμονή για ακρόαση από Εκείνον αυτοπροσώπως. Τον ρώτησα, λοιπόν να μου πει την ιστορία του και ιδού:
-Τί κάνεις εδώ γέροντα; Ποια κακιά στιγμή σε έφερε εδώ;
-Εσύ πρέπει να είσαι ο Γουλιέλμος, ένας από τους επισκέπτες. Έχω ακούσει για σας. Εγώ νέε μου, είμαι ένας αναμάρτητος δεν έχω πειράξει ούτε μύγα. Ένα συζυγικό καυγαδάκι με έφερε εδώ. Χιλιάδες χρόνια πριν, πήρα τη γυναίκα μου και φύγαμε για Σαββατοκύριακο. Στο δρόμο, άρχισε τη γκρίνια: «Πως οδηγείς έτσι ;Θα μας σκοτώσεις», «Δεν τη βλέπεις τη διπλανή άμαξα; Θα αναποδογυρίσουμε» «Πάλι ήπιες κρασί; Θα μας σταματήσουν για έλεγχο». Εγώ, συνηθισμένος στην γκρίνια δεν έδινα σημασία, οδηγούσα αμέριμνος και σφύριζα το αγαπημένο μου τραγουδάκι. Κάποια στιγμή μου γκρίνιαξε ότι δεν της άρεσε η μουσική μου. Δεν είπα τίποτα ούτε τότε, ούτε όταν έβγαλε ένα παπαγαλάκι και το έβαλε να τραγουδάει τα καλύτερα του Μ. Χατζηγιάννη. Όταν όμως άρχισε την γκρίνια για τις αρματοδρομίες που είχα κανονίσει με τους φίλους μου να παρακολουθήσουμε από κοντά, ξέφυγα, έχασα τον έλεγχο κι άρχισα να φωνάζω στη μέση του δρόμου. Κάποια στιγμή που κόπασε ο θυμός μου, προσπάθησα να της μιλήσω. Τότε μου έδωσε το τελειωτικό χτύπημα: «Βλέπεις άλλον παντρεμένο να πηγαίνει στο στάδιο; Δεν καταλαβαίνεις ότι μεγάλωσες; Απορώ τί κάνω εγώ μαζί σου». Αυτό ήταν, μια μεγάλη ιδέα πέρασε από το μυαλό μου: «Κοίτα πίσω, το μαγαζί που περάσαμε κάνει εκπτώσεις».
Εκείνη τη στιγμή, εμφανίσθηκε ο Κριτής : «Παρακαλείται ο Λωτ να προσέλθει έφθασε η ώρα της κρίσεως». Ο γεράκος σηκώθηκε, με χαιρέτησε και κατευθύνθηκε προς το Δωμάτιο.