| Jack Dalton | Comments ]

Ο ουρανός ήταν βαρύς πάνω από το λιμάνι. Μέσα, η θάλασσα φουρτουνιασμένη και οι αστραπές που έπεφταν στον ορίζοντα, έκαναν το τοπίο ακόμη πιο τρομακτικό. Ο Βάγγος κατηφόριζε προς το μαγαζί, ενώ είχε πέσει το σούρουπο. Θα ήταν δύσκολη νύχτα και η αποψινή. Η δουλειά είχε πέσει και ο στόλος δεν έλεγε να εμφανιστεί. Άναψε ένα τσιγάρο, Άσο σκέτο, και μπήκε στο στενό με τα κόκκινα φώτα! Χωρίς να βγάλει το τσιγάρο από το στόμα του, χαιρετούσε με νεύμα τους γείτονες! Τα κορίτσια τον γλυκοκοίταζαν με λαχτάρα και οι άντρες με σεβασμό. Όμως σε όλους προκαλούσε τον φόβο. Ήταν ο "σκληρός", ο αρχηγός της νέας... Τρούμπας. Το πρώτο μαχαίρι! Ο μεγάλος προστάτης...


Οι μανάδες από τα μπαλκόνια φώναζαν τα παιδιά τους να γυρίσουν γρήγορα στα σπίτια, μιας και άρχιζε να νυχτώνει και θα... άνοιγαν τώρα τα "άλλα" σπίτια! Έτσι όπως περνούσαν δίπλα από το Βάγγο ψιθύριζαν φοβισμένα γεμάτα απορία. "Ρε σεις, αυτός δεν είναι ο "σκληρός", ο πρώτος μάγκας στο λιμάνι;". Ο μεγαλόσωμος άνδρας αν και τους άκουγε, έκανε τον αδιάφορο και... φούσκωνε από καμάρι, κρύβοντας κάτω από το παχύ μουστάκι του ένα ελαφρύ χαμόγελο! Ήταν ο πρώτος και το ήξερε! Του άρεσε που τα παιδιά τον θαύμαζαν και ήθελαν να του μοιάσουν. Με το που τον αντίκρισε ο πορτιέρης του, χαμογέλασε δουλικά και με μια μικρή υπόκλιση του έδειξε να περάσει, ανοίγοντάς του παράλληλα τη βαριά σιδερένια πόρτα! Από πάνω η πινακίδα με το νέον φωσφόριζε και αναβόσβηνε: "sexy dolls"! Ο διάλογος που ακολούθησε ήταν μάλλον τυπικός.
- Πώς πάει ρε Στράτο;
- Καλά αφεντικό
- Τα κορίτσια έχουν έρθει όλα;
- Ναι αφεντικό, εκτός από τη Λίλα
- Πάλι άργησε αυτή; Φιρί φιρί το πάει να την χαρακώσω

Με μιας πέρασε μέσα στο μαγαζί που ακόμα ήταν άδειο. Οι σερβιτόροι έστρωναν τα τραπέζια και ο χώρος μύριζε πατσουλί. Ο Βάγγος ήταν δεν ήταν 50 ετών, όμως ακόμα κρατιόταν καλά για την ηλικία του. Το ύψος του, λίγο πάνω από το 1.90, τα μπράτσα του σκληρά σαν πέτρα, και το χέρι του σβέλτο σαν έφηβου. Τραβούσε το σουγιά σε... dt και ήταν άσος στο μαχαίρωμα, δεν του παράβγαινε κανείς. Σκεφτόταν ότι έπρεπε να αλλάξει κάπως το μαγαζί, γιατί το βαθύ κόκκινο χρώμα των καναπέδων είχε ξεθωριάσει και το ύφασμα είχε τριφτεί. Πού λεφτά για αλλαγές όμως. Από αυτό το μαγαζί δεν έβλεπε προκοπή. Έπρεπε να ξαναβγεί στη γύρα, να κάνει την δουλειά που τον ανάδειξε, αυτήν από την οποία έγινε σπουδαίος, μεγάλος και τρανός, αυτή του μαχαιροβγάλτη! Ο Βάγγος ο "σκληρός" δεν γούσταρε τα σιδερικά. "Άψυχα πράγματα" έλεγε. Η μαγκιά είναι να μυρίζεις στο χνώτο του άλλου το φόβο και να μπήγεις το μαχαίρι στα σωθικά του, έτσι είναι οι μάγκες, όχι από απόσταση. Αυτοί είναι... γιαλατζί, τζάμπα μάγκες. Κάτι είχε πάρει το αυτί του για μια δουλειά στο Πέραμα, αλλά ακόμα δεν είχε γίνει η συμφωνία. Κάποια καλόπαιδα ήθελαν να... φάνε τον Μήτσαρα, το αφεντικό του Περάματος, αλλά δεν είχαν τα άντερα και όλα έδειχναν ότι θα στρέφονταν σε αυτόν, που ήταν... αμάσητος! Ακριβός μεν, αλλά άσος! Άλλωστε ήταν το πρώτο μαχαίρι, μην τα ξαναλέμε!

Τις σκέψεις του "σκληρού" τις διέκοψε η Φλώρα. Ήταν η πιο παλιά εκεί μέσα και πλέον αποτελούσε το δεξί χέρι, το μάτι και το αυτί του Βάγγου στο μαγαζί. Παλιά πόρνη η Φλώρα, πλέον δεν μετρούσε και σπάνια πήγαινε με πελάτη. Μάλιστα ήταν από χρόνια ερωτευμένη με τον "σκληρό", αλλά αυτός αφού την... ξεζούμισε, πλέον δεν έδινε δεκάρα (ερωτικά) για πάρτη της. Ευτυχώς για αυτήν, που υπήρχαν και οι πιτσιρικάδες, οι οποίοι γουστάρανε τις μεγάλες. Να δεις πώς άκουσε να την αποκαλούν...! Α, ναι, milf! Άλλο πάλι και τούτο! Στη αρχή νόμιζε ότι έλεγαν μιλφ-έιγ και ότι την έβλεπαν σαν γλυκό, με το πλούσιο και ακάλυπτο μπούστο της να μαγνητίζει τα βλέμματά τους, όμως σύντομα κατάλαβε ότι ήταν ακόμα μια... αμερικανιά της νέας γενιάς! Η Φλώρα λοιπόν ήταν εκείνη που τον απομάκρυνε από τις σκέψεις του.
- Βάγγο, πως είσαι σήμερα;
- Τα ίδια μωρή, τι να άλλαξε από χτες δηλαδή;
- Πάλι άκεφος μου είσαι ρε μάγκα;
- Οχου παράτα με ρε Φλώρα, μη με πρήζεις και συ τώρα! Λέγε τι θες;
- Να, η Λίλα αδιαθέτησε και δεν θα έρθει...
- Πάλι; Πόσες φορές έχει περίοδο αυτή κάθε μήνα, θα μας τρελάνει! Πες της να συμμορφωθεί γιατί θα υπογράψω με το σουγιαδάκι στο μπουτάκι της αν συνεχίσει έτσι. Βρε μήπως βρήκε κανέναν αγαπητικό και μας κάνει κόνξες; Θα την λιανίσω.
- Όχι Βάγγο μου, αλήθεια λέει το κορίτσι, πέρασα και την είδα, χάλια είναι.
- Καλά τότε. Οι άλλες είναι οκ;
- Ναι ρε αρχηγέ, όλα τα ελέγχω, μην ανησυχείς
- Είπες στη μικρή να χύνει τις σαμπάνιες δίπλα, ή πάλι θα μου το παίζει κυρία και θα γυρίσουν τα μυαλά μου;
- Ξέρει, ξέρει πλέον, της τα έδειξα όλα τα κόλπα!
- Καλά τότε! Άσε με τώρα, θέλω κάτι να σκεφτώ
- Α, ξέχασα να σου πω, πέρασε από εδώ αυτός ο Βρασίδας με μια παρέα και σε ζητούσε νωρίτερα.
- Μα καλά είσαι εντελώς μαλακισμένη; Πότε περίμενες να μου το πεις; Τι είπε, λέγε μωρή μη σε αρχίσω στα χαστούκια (και έκανε μια κίνηση με το χέρι να τη χτυπήσει)
- Τίποτα Βάγγο μου, έκαναν τους άνετους και τους αδιάφορους, αλλά το κατάλαβα εγώ πως ήταν λίγο μαγκωμένοι. "Τον θέλω για κάτι σημαντικό, θα ξαναπεράσω" είπε ο Βρασίδας και με διάταξε να σε ενημερώσω να τους περιμένεις...
- Καλά, άντε τράβα τώρα

Ο "Σκληρός" πήγε στο μπαρ και κάθισε στη γωνία για να τσεκάρει με το μάτι του όλο το μαγαζί. Άναψε ένα τσιγάρο με το χρυσό zippo του που είχε χαραγμένο ένα αφρικάνικο μαχαίρι και φώναξε ψαρωτικά τον Αλέκο, τον ξανθό μπάρμαν του με τις φακίδες! "Που είσαι φλωράκο, βάλε μου ένα διπλό "Βallantines" χωρίς πάγο βέβαια και φέρε και φυστίκια. Άντε έφτυσα!" Ο Αλέκος (φοιτητής της θεολογίας από την Αμφιλοχία, γιος της αδελφής της κυρα-Μαριγώς της περιπτερούς του) έγινε μπουχός! Σε λίγα δευτερόλεπτα, το κρυστάλλινο ποτήρι του "σκληρού" ήταν γεμάτο και ένα βαθύ μπολ ξεχείλιζε φυστίκι αράπικο. Του έβαλε για να τον ευχαριστήσει και μερικά φυστίκια Αιγίνης. Τα τελευταία δεν ήταν όλα καλά ανοιγμένα και όπου δυσκολευόταν, έβαζε το μακρύ νύχι από το μικρό του δαχτυλάκι (αυτό που είχε πάνω το χοντρό χρυσό δαχτυλίδι με την βασιλική κορώνα), για να τα ανοίγει πιο εύκολα. "Να μην με ενοχλήσει κανείς", φώναξε σε όλο το μαγαζί και κατέβασε μια γενναία γουλιά από το χρυσαφί ποτό του, ενώ τράβηξε και μια γερή τζούρα από το τσιγάρο του. Το βλέμμα του δεν ξεκολλούσε από την πόρτα. Περίμενε να εμφανιστεί αυτό το μαγκάκι από το Πέραμα, ο Βρασίδας μαζί με τα τσιράκια του. Μάλλον σήμερα θα του λέγαν για τη δουλειά και σε λίγες μέρες ο Μήτσος ο στραβοτζούρας (τον έλεγαν έτσι γιατί κάπνιζε πάντα στραβά) θα έκανε παρέα με τα κυπαρίσσια και θα ερωτοτροπούσε με τα μάρμαρα που θα τον πλάκωναν.

Συνεχίζεται...


ΥΓ. Αδελφέ William, οι λέξεις είναι 1130, οπότε έχω να λαμβάνω 565Ε! αν σου άρεσε δώσε το οκ να συνεχίσω...