| Averell Dalton | Comments ]

Όταν ήταν μικρός, ο Φώντας έκανε στίβο. Και δεν ήταν του σωρού: αφού δοκίμασε την τύχη του σε διάφορα αγωνίσματα, καταστάλαξε στο άλμα εις ύψος, όπου η περίεργη τεχνική του προσέγγιση (να σταματά απότομα προ του σκάμματος και να επιχειρεί επιτόπιο άλμα, αντικρύζοντας τον πήχυ καθώς τον περνούσε, σ’ έναν συνδυασμό που θύμιζε περισσότερο αθλητή καταδύσεων) απεδείχθη, παραδόξως, αποτελεσματική. Τα νέα στην αθλητική πιάτσα κυκλοφορούν γοργά, όσο γοργά μουσκεύει στον ιδρώτα Μεξικανός σπιούνος που αντικρύζει την κάννη μαφιόζου, κι όταν ο σκάουτερ τού Τριφυλλιακού είδε για πρώτη φορά τον νεαρό άλτη απ’ τα Περβόλια ν’ αγωνίζεται, η μετεγγραφή ήταν θέμα χρόνου.


Στην πρώτη προπόνηση με την νέα του ομάδα γνώρισε την Αντιγόνη. Με την ψηλή, γεροδεμένη φιγούρα της, το εκρηκτικό της ταμπεραμέντο και τα μάτια της, γκριζογάλανα σαν τα νερά τού Μαρμαρά όταν η ψύχρα επισκέπτεται για πρώτη φορά τ’ απογεύματα τού Σεπτέμβρη, η πρωταθλήτρια τού μήκους ήταν στο επίκεντρο τού ενδιαφέροντος για τους άρρενες τού συλλόγου, που κατέφευγαν σε κάθε είδους ακρότητες για να την εντυπωσιάσουν. Βασίλισσα τού τριφυλλιακού σύμπαντος, κυκλοφορούσε μονίμως με την πιο αλλοπρόσαλλη κουστωδία ανδρών που θα μπορούσες να φαντασθείς, προκαλώντας τους να κάνουν κάτι που θα κερδίσει την προσοχή της – σπανίως επιτύγχανε κανείς τους, κι εννοείται πως κανείς δεν είχε καταφέρει να την ρίξει στο κρεβάτι με την εμφάνιση, τις ατάκες ή τα καμώματά του. Αλλά ο Φώντας, που την κοίταζε από το κάτω πάτωμα και γελοιοποιούσε τους συναθλητές του με τις επιδόσεις του, προϊόν ακροβατικών α λα Medrano, την άναβε όπως ο ήλιος τού μεσημεριού κάνει τις πέτρες στους δρόμους τής Γκουανταλαχάρα να φωσφορίζουν σαν κοτόπουλα που μόλις ξεπέζεψαν από την θράκα.


Αποφάσισε να μην του το δείξει, απρόθυμη να χάσει τις κατοχυρωμένες επιδείξεις λατρείας των δηλωμένων θαυμαστών της για την αβέβαιη εύνοια ενός πιτσιρικά που αντιμετώπιζε τον πήχυ σαν σχοινί ισορροπίας. Έκανε την αδιάφορη απέναντί του, κι αυτό ήταν που γύρισε τον διακόπτη στο μυαλό τού Φώντα. Ο υπέρ πάντων αγώνας για την κατάκτηση τής Αντιγόνης αποτελείτο από σκυλοκαβγάδες με τους νταήδες τής κουστωδίας, πρόστυχα σχεδιάσματα στην άμμο τού σκάμματος όπου προσγειωνόταν η Αντιγόνη, ακόμη και σε επίσημους αγώνες (ο Τριφυλλιακός έφαγε χοντρό πρόστιμο στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα από το ΕΣΡ γι’ αυτήν την ιστορία), εξαντλητικούς μαραθωνίους σε στίβο κι αποδυτήρια, σε ανοιχτούς και κλειστούς χώρους με στόχο το ξεμονάχιασμα. «Τι θα γίνει επιτέλους, θα μου κάτσεις;», την ρώτησε, όταν τελικά την στρίμωξε χωρίς την δορυφόρο παρουσία των υπολοίπων: ήταν ο μόνος που στερείτο της στοιχειώδους συστολής να μην εισβάλει στα γυναικεία ντους. Τα μάτια της είχαν γίνει μολυβί, σαν το χρώμα που είχε το στερέωμα την ημέρα που ο Φραγκλίνος αναγκάστηκε να δέσει τον χαρταετό του στα κλειδιά του γιατί τον είχε πιάσει κόψιμο. «Ποιο είναι το προσωπικό σου ρεκόρ;», του αντιγύρισε. «1,78», αποκρίθηκε ξαφνιασμένος, «γιατί ρωτάς;». «1,78;;», κάγχασε περιφρονητικά, και τα μάγουλα τού Φώντα έγιναν κόκκινα σαν πισινός μωρού που η μάνα του το ξέχασε χεσμένο για ώρες. «Καλά… Πέρνα πρώτα τα 2μ., και μετά θα σου κάτσω.»


Την ημέρα που ο Φώντας κατέκτησε το ποθητό ορόσημο, τράβηξε γραμμή για το σπίτι τής Αντιγόνης, χωρίς προειδοποίηση. Βρήκε την πόρτα μισάνοιχτη, σαν τα χείλη τής Hayworth σ’ εκείνη την αφίσα από την Gilda που κάνει τα τσιγάρα να παθαίνουν νευρικό κλονισμό από πόθο. Απαλή μουσική ερχόταν από την κρεβατοκάμαρα, όπου τον περίμενε ξαπλωμένη σαν οδαλίσκη, φορώντας ένα από τα αγαπημένα συνολάκια τής Εύας από την προ μήλου περίοδό της. Για όσους δεν έχουν καταλάβει ακόμη πού το πάει ο ποιητής, εκείνη ξεσκόνισε για τα καλά τα σπαγγάτα που έκανε μικρή στο μπαλέτο, εκείνος ξεδίπλωσε μπροστά στα έκπληκτα μάτια της τις ικανότητές του επί κοντώ, και πέρασαν αυτοί καλά, κι οι γείτονες καλύτερα.
 


 

Δίδαγμα 1ο: ο ήλιος καίει πολύ τα μεσημέρια στην Γκουανταλαχάρα.


Δίδαγμα 2ο: αν πραγματικά θέλεις ν’ αποφύγεις να τον φας, φρόντισε να ζητήσεις κάτι απραγματοποίητο.


Δίδαγμα 3ο: «Έτσι και γίνουν ποτέ διακόσιοι, εγώ θα γράψω βιβλίο». Αυτό που κάποτε ειπώθηκε ως χλεύη, αποτελεί πια συμβόλαιο με τον λαό – κι έτσι, χάρη σ’ εσάς τους 203 που διαβάζετε, κάποιος Dalton σηκώνει μανίκια κι ετοιμάζεται να τραβήξει τον δρόμο προς την δόξα. Στο daltonspolitics@gmail.com μπορείτε να στέλνετε ιδέες, προτάσεις και επιθυμίες για το θέμα αυτού, που φιλοδοξεί να γίνει το πρώτο κατά παραγγελία βιβλίο στην Ιστορία. Όσοι συμμετάσχουν δικαιούνται, μαζί με τους 203, αντίτυπο δωρεάν.