| William Dalton | Comments ]

Είναι Σάββατο βράδυ και μετά το σινεμά χρειάζεσαι ένα ποτάκι ή δύο. Ίσως και τρία. Μπορεί και τέσσερα, αλλά αυτό είναι θέμα προσεχούς κειμένου. Μετά λοιπόν μία σύντομη διαπραγμάτευση, μπαίνετε στο μπαρ και για καλή σας τύχη βρίσκετε ένα σκαμπό για εκείνη και χώρο ενός αγκώνα στη μπάρα για εσένα. Όλα μοιάζουν ιδανικά κι εσύ είσαι έτοιμος για ακόμη μία επίδειξη ευφυΐας, γνώσεων και ωριμότητας. Όμως ο μπάρμαν αργεί να έρθει για την παραγγελία σας. Εσύ έχεις ξεκινήσει με τον πρόλογο από το δοκίμιο «Ο ακαταμάχητος ΕΓΩ» που έχεις συγγράψει μετά από χρόνια παρατήρησης βλεμμάτων γεμάτων πλήξη και προσποιητό ενδιαφέρον. Διστάζεις να προχωρήσεις στα καλά σημεία του δοκιμίου, όπως τότε που ύψωσες το ανάστημά σου και κοίταξες με εμφανή περιφρόνηση το αφεντικό σου όταν σου ζήτησε να δουλέψεις και Σάββατο. Εξάλλου, για το κεφάλαιο «Δε σηκώνω μύγα στο σπαθί μου» χρειάζεσαι το ποτό σου. Ανάβεις τσιγάρο τουλάχιστον και ψάχνεις την οπτική επαφή για να παραγγείλεις. Έχουν ήδη περάσει δέκα λεπτά και έχει αρχίσει να δυσανασχετεί. Τελικά καταφέρνεις να ζητήσεις δύο ποτά και ελπίζεις να έρθουν πριν ο λαιμός σου ξεραθεί εντελώς. Ο χρόνος,λοιπόν, είναι κάτι σχετικό και το σωστό μπαρ σου έχει σερβίρει το ουίσκι πριν σβήσει το τσιγάρο.
H συζήτηση δεν πάει καλά. Το συναρπαστικό σου χιούμορ δε φαίνεται να βρίσκει ανταπόκριση και από το σκηνικό που απαιτείται για να προχωρήσεις, εξακολουθεί να λείπει το ποτήρι στο δεξί χέρι που σε κάνει να δείχνεις επικίνδυνος όσο πρέπει και τόσο αυτοκαταστροφικός ώστε να ξυπνάς προστατευτικά συναισθήματα. Την ώρα που επιτέλους φθάνει, εκείνη, έχει ήδη αρχίσει να παίζει με τον αναπτήρα και να χαζεύει τα ποτά στην μπάρα απέναντι. Επιτέλους, ήρθε η ώρα να περάσεις στο κεφάλαιο « Το μεγάλο ταλέντο που χάθηκε» με αναφορές είτε στο τρίποντο που είχες βάλει στον τελικό του γυμνασίου (όπου κάποιος παλαίμαχος σε είδε και είπε στον μπαμπά σου ότι αν δουλέψεις θα φθάσεις ως και στα κολλέγια των Η.Π.Α) είτε στο δύσκολο ολοκλήρωμα που έλυσες στο λύκειο και έκανε το μαθηματικό σου, να σε γράψει συνδρομητή στα περιοδικά της μαθηματικής εταιρείας για ένα χρόνο. Όμως, κάτι πάει στραβά. Μιλάς αγχωμένα και βιαστικά και για αυτό ευθύνεται το πρώτο κρίσιμο τέταρτο που σε αποσυντόνισε. Έχεις χάσει το ρυθμό σου κι όπως όλοι ξέρουμε τα περισσότερα πράγματα σ’αυτήν τη ζωή θέλουν το τέμπο τους.
Την κοιτάς και ψάχνεις να βρεις όλα εκείνα τα σημάδια που διάβαζες στα περιοδικά. Επιτέλους, γιατί δεν περνάει το χέρι απ’τα μαλλιά της; Γιατί δεν στρέφει τα πόδια προς το μέρος σου; Γιατί δε γελάει με τα χαζά αστεία που της λες; Ίσως τελικά να μην είσαι όσο συναρπαστικός νόμιζες. Ίσως όλα αυτά να τα έχει ξανακούσει τόσες φορές που να μην έχει το κουράγιο ούτε να χαμογελάσει. Θέμα απόρριψης, αρχικής τουλάχιστον, δεν υπάρχει. Αυτό μάλλον έχει λυθεί στα προηγούμενα επεισόδια. Πώς όμως είναι δυνατόν όλοι να σε θαυμάζουν και εκείνη να σε αντιμετωπίζει ως κάτι συνηθισμένο; Μην ανησυχείς, αγαπητέ φίλε, σύμφωνα με τη «θεωρία της αποδοχής» που θα διαβάσεις σε δυο τρεις μέρες, μόλις ολοκληρωθούν οι κλινικές μελέτες και ξεκαθαρίσουν τα ποσοστά, θα διαπιστώσεις ότι οι πιθανότητες είναι με το μέρος σου. Μάλλον θα έχεις κι εσύ το «στήριγμά» σου.