| Joe Dalton | Comments ]

Τον Μένιο τον έτρωγε το μαράζι. Είχε περάσει καιρός αλλά ακόμα δεν είχε χωνέψει την κασκαρίκα που του είχε κάνει ο μεγάλος. Όσο και αν έλεγε στους άλλους πως στη πραγματικότητα δεν ήθελε να ανέβει επάνω μιας και όλοι οι φίλοι του ήταν κάτω, τον είχε ενοχλήσει πολύ που του την είχε ξαναστήσει ο μεγάλος. Αυτά σκεφτόταν καθώς περπατούσε προς τα γραφεία της κλαδικής που είχαν στήσει εκεί κάτω μιας και ήταν πολλοί. Καθώς έστριβε στη γωνία πέτυχε τον πετρελαιά. Πήγαινε και αυτός συνέλευση. Μόλις είδε το Μένιο κατάλαβε πως πάλι την ιστορία με την έφεση σκεφτόταν. Του χαμογέλασε και του είπε "ρε θέλεις να σου πω πάλι την ιστορία για το πως "έφυγα" καβάλα στη μελαχρινή να ευθυμήσεις;" Ο Μένιος χαμογέλασε, στιγμιαία και τον πήρε αγκαζέ να μπούνε μέσα στην αίθουσα.

Στην αίθουσα μαζεμένα όλα τα καλά παιδιά από τα χρόνια τα παλιά. Οι περισσότεροι με τα ζιβάγκο, δεν είχε σημασία πως κάτω έκανε ζέστη, για ένα κούτελο ζούμε, πως θα ξεχώριζαν από τους υπόλοιπους; Θέμα συζήτησης ήταν η στρατηγική για τις εκλογές στο σωματείο των χειριστών των καζανιών. Ο Μένιος όταν είχε κατέβει κάτω τα πράγματα ήταν σκληρά. Όμως οργάνωσε το σύστημα και τα βρήκε με τον Άλλο αναλαμβάνοντας να τρέχει το συνδικάτο την υπόθεση. Έκτοτε ήταν όλοι ευχαριστημένοι, οι δικοί του ήταν έξω από τα καζάνια, ο ίδιος είχε αναλάβει τις προμήθειες και τους παλιούς εχθρούς τους είχε μέσα στα καζάνια να τσουρουφλίζονται. 

Ο Μένιος δεν έδινε μεγάλη σημασία στους ομιλητές, είχε στήσει πηγαδάκι με τον πετρελαιά και ορισμένους καλούς φίλους από τα παλιά. Θέμα συζήτησης ήταν τα νέα από πάνω. Όχι από πάνω πάνω, αλλά από το μεσαίο πάτωμα. Είχε έρθει ένας φρέσκος και τους έλεγε τα καθέκαστα από τη πατρίδα. Ο Μένιος δεν μπορούσε να το πιστέψει, τον ρωτούσε με αγωνία μιας και πιο απίστευτο από όλα του φαινόταν πως κατάφερε το μισοκούτελο να πάρει την εξουσία. Μισοκούτελο τον φώναζε από παλιά ο Μένιος. 

Χρόνια ολόκληρα προσπαθούσε να του μάθει τα κατατόπια της πολιτικής αλλά τίποτα αυτός. Ανεπίδεκτος μαθήσεως, μόνο με κάτι κανό και κάτι ποδήλατα ασχολιόταν όλη μέρα. Άσε που είχε μαζέψει και όλα εκείνα τα γλυκά αγόρια τριγύρω και μιλούσαν μεταξύ τους εγγλέζικα και ο Μένιος δεν καταλάβαινε γρι. Σκεφτόταν πως η πραγματική εκδίκηση προς το μεγάλο θα ήταν να τον ενημερώσει για το τι έχει συμβεί. Τότε του ήρθε η καλή ιδέα. Να στείλει το γιατρό επάνω με κάποια δικαιολογία. 

Δεν έχασε χρόνο, χαιρέτησε βιαστικά και πήγε καρφί για το μέγαρο διοίκησης. Χαιρέτησε τα παιδιά στην είσοδο, τα κέρασε από ένα σέρτικο και ρώτησε αν είναι πάνω ο διευθυντής του γραφείου του Άλλου. Ο θυρωρός του κούνησε την ουρά καταφατικά και του έκανε νόημα να περάσει. Μπήκε μέσα χωρίς να χτυπήσει. Ο διευθυντής του γραφείου του Άλλου ήταν στο τσεπάκι του Μένιου. Τον είχε βάλει στο κόλπο ο Μένιος και του έδινε το κάτιτις του από τις λοβιτούρες με τις προμήθειες οπότε τον είχε τον Μένιο στα όπα όπα. 

Όπως τον είδε να μπαίνει φουριόζος πήγε να προλάβει καταστάσεις. "Μένιο τα έχουμε πει δεν έχει άλλη έφεση. Ο Άλλος είναι κάθετος." Ο Μένιος του έκανε ένα νεύμα με το χέρι να ησυχάσει.  "Δεν θέλω άλλη έφεση, μια χάρη θέλω. Αυτός ο παπάρας ο γιατρός θέλει πάλι να κάνουμε ανοιχτό διαγωνισμό για την προμήθεια σε κάρβουνα. Επειδή τον βαριέμαι δεν τον στέλνεις καμία επίσκεψη επάνω για κανένα μήνα να ηρεμήσει και να κάνουμε εμείς τις δουλειές με την ησυχία μας; Θα σου βγάλω πάλι καλή προμήθεια"

Ο διευθυντής του γραφείου του Άλλου δεν είχε πρόβλημα. Άλλωστε και αυτός δεν ήθελε να διαταράξουν κάτι ωραίο που είχαν. Σήκωσε το τηλέφωνο και πήρε τον υπεύθυνο αδειών και του είπε να βγάλει μία δίμηνη για τον Γιατρό. Ο Μένιος τον ευχαρίστησε και έφυγε ευτυχισμένος. Πήγε και βρήκε το Γιατρό. Αφού αντάλλαξαν  τις κλασικές τυπικές κουβέντες ο Μένιος μπήκε στο ψητό. "Να σου πω ρε Doctor, με ενημέρωσαν πως θα πάρεις άδεια να πας επάνω. Μπορείς να μου κάνεις μία χάρη;" Ο Γιατρός έγνεψε καταφατικά.

"Σου έχω εδώ τον απολογισμό του ενός χρόνου διακυβέρνησης του μισοκούτελου. Κάνε μου μια χάρη και δώσε την στο μεγάλο να την διαβάσει. Έτσι για να του δείξω πως όλα περασμένα ξεχασμένα."


Ο Γιατρός πήρε το φάκελο και έφυγε. Την επομένη έφυγε για επάνω. Η πρώτη του δουλειά ήταν να υποβάλει τα σέβη του στο μεγάλο. Του έδωσε και το φάκελο και τον ενημέρωσε για την ειλικρινή μεταμέλεια του Μένιου. Ο Μεγάλος, πήρε στα χέρια του φάκελο και άρχισε να διαβάζει. Ο Γιατρός τον έβλεπε που άλλαζε χρώματα, διάβαζε για ΔΝΤ, για μνημόνια, για περικοπές για όλα. Τότε άρχιζε να αφρίζει, ο Γιατρός άρχισε να ανησυχεί γιατί νόμιζε πως θα ξαναπεθάνει. Τόλμησε να ρωτήσει τι συμβαίνει. 

Τότε ο μεγάλος τον κοίταξε και του είπε, " Όταν είχα κάνει τη συμφωνία με τον Άλλο για να στήσω το Μένιο και να ανέβω εγώ επάνω, μου είπε να πως θα το μετανιώσω γιατί για αντάλλαγμα συμφώνησε με Αυτόν να υπάρξει θεία δίκη για τη περίπτωση μου. Που να φανταστώ πως ο αληταράς εννοούσε πως θα έβαζε το παιδί να μαζέψει τη λάντζα μου και να βεβηλώσει το όνομα μας για πάντα. Ρε τον παλιομπιπ τι μας έκανε..."