| Jack Dalton | Comments ]


Ο ουρανός ήταν βαρύς, όπως και ο καφές του. Είχε μαζέψει πυκνά σκούρα σύννεφα. Πυκνό ήταν και το καϊμάκι του. Βαριά και τα πόδια του. Ο απογευματινός του ύπνος δεν ήταν ήρεμος. Έβλεπε συνεχώς αστραπές και ότι έσφαζε τον Μήτσο τον «στραβοτζούρη» εν μέσω δυνατής καταιγίδας. Και οι αστραπές χώριζαν σαν φλασάκια την όλη διαδικασία. Με το που τον αντίκριζε έπεφτε κεραυνός, όταν έβγαλε το μαχαίρι το ίδιο, όταν του έμπηξε τη λάμα στο στομάχι ξανά και όταν πλέον ο Μήτσος σωριάστηκε αιμόφυρτος, τότε υπήρξε… συγχορδία αστραπών! Κοίταξε το ρολόι, είχε αργήσει. Ντύθηκε βιαστικά αλλά πάντα στην… πένα, ξυρίστηκε με προσοχή και η τελευταία δουλειά που έκανε πριν ξεκινήσει για το «Sexy Dolls» ήταν να ακονίσει το μαχαίρι του. Έπρεπε να είναι… τσίλικο!


Όταν έφτασε στο μαγαζί, όλοι παρατήρησαν ότι ήταν… κάπως το αφεντικό. Ούτε πλακίτσα με το προσωπικό, ούτε ιδιαίτερο έλεγχο για να δει αν όλα βαίνουν καλώς, ούτε παρήγγειλε το συνηθισμένο του Ballantines συνοδευμένο από το παραγεμισμένο μπολ με τα φιστίκια! Κάθισε στην αγαπημένη του γωνία και κοιτούσε ανά τακτά χρονικά διαστήματα το ρολόι του. Ούτε με την Φλώρα δεν μίλησε καλά καλά, που πάντα τα έλεγαν όλα μεταξύ τους. Ήταν τόσο προσηλωμένος στο στόχο του, που μέχρι και στην Τζέσικα κατάφερε ν’ αντισταθεί. Ηρθε το καλύτερο… κομμάτι του μαγαζιού, με όλα τα καλούδια του να τον προσκαλούν για… δράση, αλλά αυτός εκεί, βράχος. Ούτε το προκλητικό της μπούστο, ούτε τα ατελείωτα καλλίγραμμα πόδια της, ούτε το σούπερ πρόστυχο στριγκάκι της, ούτε το… πέτρινο αγαλματένιο κωλαράκι της, ούτε καν το εξωπραγματικό νάζι της και η «καλώς εννοούμενη» πουτανιά της, δεν τον έκαναν να λυγίσει! Είπαμε, σήμερα ο Μήτσος έχει άλλη προτεραιότητα και από αύριο, θα δει τι θα πάθει η Τζέσικα! Μαζί και οι φίλες της. Αρκεί να πάει καλά απόψε το κόλπο!

Η ώρα περνούσε βασανιστικά, όχι όμως και η πείνα του. Τον… βασάνιζε το στομάχι του. Σκέφτηκε ότι νηστικό αρκούδι δεν χορεύει, πόσο μάλλον δεν σφάζει! Δεν το σκέφτηκε πολύ. Φώναξε αμέσως τον Στράτο από την πόρτα και του είπε να του φέρει δυο δίπιτα με μπόλικο τζατζίκι και έξτρα κρεμμύδι! Σε λίγα λεπτά, ο Βάγγος ήταν χορτάτος και παρήγγειλε στο φακιδομούρη μπάρμαν του, τον Αλέκο, μια σόδα! Αφού ρεύτηκε δυνατά τρεις φορές, ένιωσε έτοιμος! Οι δείκτες του ρολογιού σημάδευαν τις τέσσερις και σηκώθηκε σιγά σιγά να φύγει. Η Φλώρα ανησύχησε και έτρεξε να τον προλάβει. Δεν συνήθιζε να φεύγει πριν κλείσει το μαγαζί και πάρει την είσπραξη ο «Σκληρός». Εκείνος της είπε πως δεν ένιωθε καλά και για αυτό την κάνει και εκείνη κατάλαβε τότε για ποιο λόγο το αφεντικό ήταν αλλιώτικο σήμερα. Ο Βάγγος χαιρέτησε με ένα νεύμα τον Στράτο και βγήκε από το μαγαζί. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον ουρανό. Βαρύς. Έβρεχε και στο βάθος μέσα στη θάλασσα έπεφταν κεραυνοί. Όπως τα υπολόγιζε, σε λίγη ώρα ο Μήτσος θα έκλεινε το μαγαζί του και θα πήγαινε προς το «σπίτι» της Κατίνα, να συναντήσει την Στέφκα που του έχει πάρει τα μυαλά και να της χαρίσει ένα μεγάλο μέρος από τις εισπράξεις του «Χωρίς Ταμπού». Ο Βάγγος κατευθυνόταν προς το στενό που θα έστηνε το καραούλι. Πριν πάρει θέση, σαν σωστός μαχαιροβγάλτης, έλεγξε το μαχαίρι. Τζάμι. Καθρεπτιζόσουν πάνω του. Μέχρι και μαρουλάκι αν είχε στο δόντι, θα το έβλεπε και θα το έβγαζε. Αλλά είχε φάει τζατζίκι και κρεμμύδια και όχι μαρούλι, οπότε δεν είχε πρόβλημα. Έπαιξε λίγο μαζί του, όσο χρειαζόταν για να ζεστάνει το χέρι του. Καιρό είχε να μαχαιρώσει και έκρινε ότι χρειαζόταν λίγο… ζέσταμα. Από λεπτό σε λεπτό ο «Στραβοτζούρης θα έκανε την εμφάνισή του και πλέον ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα για να χάσει το Πέραμα το… αφεντικό του.

Ο Βάγγος είχε τα μάτια του δεκατέσσερα. Τόσο για να διακρίνει έγκαιρα το θύμα, όσο και για να μην τον δει κανένα μάτι και τότε πρέπει να κάνει διπλό ή και τριπλό φονικό. Άναψε ένα σέρτικο και έβριζε τον εαυτό του που δεν είχε πιει καναδυό ουισκάκια στο μαγαζί, θα ήταν πιο… στανιαρισμένος. Η βροχή δυνάμωνε, είχε γίνει χάλια. Εβαλε το ένα χέρι (το καλό) στην τσέπη για να μην είναι βρεγμένο και του γλιστρήσει το μαχαίρι την κρίσιμη ώρα. Κοίταξε γύρω να δει μήπως γλιστρούσε ο δρόμος και που είχε λακκούβες για να τις αποφύγει. «Ένας σωστός επαγγελματίας, πρέπει να τα σκέφτεται και να τα υπολογίζει όλα, μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια» συλλογίστηκε. Άκουσε θόρυβο πίσω του. Γύρισε αμέσως. Η αδρεναλίνη ανέβηκε στα ύψη, όμως σύντομα κατάλαβε ότι ο συναγερμός ήταν άκυρος. Ένα σκυλάκι βάδιζε ράθυμα στο στενό. Ανακουφίστηκε. Όμως τη στιγμή που τράβηξε μια βαθειά τζούρα και ο ουρανός άνοιξε στα δύο από μια αστραπή, ένας… νταβραντισμένος έσκασε μύτη από το στενό. Ο «Σκληρός» με κίνηση πιο γρήγορη και από τον Λούκι Λουκ, πέταξε το τσιγάρο και αμέσως έβγαλε το μαχαίρι. Κινήθηκε γρήγορα προς τον άλλον, ο οποίος ακόμα περπατούσε στη σκοτεινή πλευρά του σοκακιού. Ο Βάγγος ήδη ήταν έτοιμος να τον ξεκοιλιάσει, αλλά εκείνη τη στιγμή, ένα αυτοκίνητο που περνούσε τυχαία («που στο διάολο βρέθηκε Ι.Χ. τούτη την ώρα» μουρμούρισε) φώτισε το στενό. «Χάθηκα» ψιθύρισε, τώρα θα με είδε ο Μήτσος και έκανε μια απότομη κίνηση να του καρφώσει το μαχαίρι στο στήθος, πριν προλάβει ο… αντίπαλος να πει «κύμινο». Την ύστατη στιγμή, τα φώτα του FIAT, έπεσαν πάνω στον άλλον και έκπληκτος ο Βάγγος διαπίστωσε ότι το μαχαίρι του απείχε μόλις 5 εκατοστά από… έναν άγνωστο μεθυσμένο! Πανικός. Αμέσως μάζεψε το φονικό… εργαλείο, έπεσε δήθεν κατά λάθος πάνω του, ζήτησε συγνώμη από τον περαστικό και προχώρησε εμφανώς ταραγμένος λίγα μέτρα πιο κάτω. «Ευτυχώς που ήταν σκνίπα ο μάγκας και δεν πήρε πρέφα το μαχαίρι. Ε ρε, τζάμπα θα πέθαινε ο καημένος. Εκεί που πήγαινε να πηδήσει, θα τον έτρωγε το μαύρο χώμα», μονολόγησε.

Αφού βρήκε τις ανάσες του, άναψε ακόμα ένα τσιγάρο, χάιδεψε για γούρι τον zippo με το ανάγλυφο αφρικάνικο μαχαίρι και στάθηκε στην πιο σκοτεινή γωνιά. Από εκεί παρατηρούσε και τα δύο στενά. Η μπόρα δυνάμωνε. Πλέον οι αστραπές έπεφταν σωρηδόν. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία, πέραν της μπόρας. Άκουσε βήματα. «Δεν μπορεί, αυτός θα είναι, πόση κίνηση να έχει πια αυτό το μπουρδέλο της Κατίνας τέτοια ώρα;» σκέφτηκε. Πέταξε σε μια λακκουβίτσα με νερό το τσιγάρο και έβαλε το χέρι στην άλλη τσέπη, εκεί που είχε το μαχαίρι. Ήταν έτοιμος. Με το που πλησίασε ο Μήτσος στα δεκατρία μέτρα, αναγνώρισε τον Βάγγο. Δεν του πέρασε από το μυαλό το κακό και ευδιάθετος είπε:
- Πως κι από τα μέρη μας ρε Βάγγο; Και τέτοια ώρα μάλιστα; Βρήκες κανένα καλό Ρωσιδάκι ή θυμήθηκες τα παλιά και κάποιοι θα σκάψουν τάφο αύριο;

Συνεχίζεται…