| Jack Dalton | Comments ]

Ο ουρανός σιγά σιγά έχανε το βαθύ σκούρο χρώμα του, σε λίγο θ’ άρχιζε να χαράζει, αλλά η καταιγίδα ήταν ακόμα σε εξέλιξη και μάλιστα δυνάμωνε λεπτό με το λεπτό. Ο Βάγγος δεν περίμενε τέτοιο χαιρετισμό από τον Μήτσο και έμεινε εμβρόντητος. Ο αντίπαλός του, ο… μελλοθάνατος, τον είχε αναγνωρίσει αμέσως αν και κρυβόταν στο σκοτάδι και του είχε πει: «Πως κι από τα μέρη μας ρε Βάγγο; Και τέτοια ώρα μάλιστα; Βρήκες κανένα καλό Ρωσιδάκι ή θυμήθηκες τα παλιά και κάποιοι θα σκάψουν τάφο αύριο;» Πέρασαν 3-4 δευτερόλεπτα μέχρι να έρθει στα ίσα του και να απαντήσει με βραχνή φωνή.


- Γειά σου Μήτσο.
- Πώς κι απ΄ τα μέρη μας τελικά;
- Όχι για καλό…
- Γιατί ρε μάγκα, σε κυνηγάνε;
- Όχι, ήρθα για «κακό».
- Ωπα! Παλιά σου τέχνη κόσκινο; Φονικό μυρίζομαι! Και ποιός είναι ο τυχερός;
- (Ξεροκατάπιε) ΕΣΥ!
- Έλα ρε Βάγγο, μίλα σοβαρά και είμαι πτώμα, δεν έχω όρεξη για αστεία.
- Όπως το πες Μήτσο, πτώμα! Σε λίγο θα είσαι και κυριολεκτικά.
- Τι λες ρε «σκληρέ»; Γνωριζόμαστε τόσα χρόνια, τι άλλαξε τώρα, τι έγινε;
- Ας το ρε «στραβοτζούρη», μεγάλη ιστορία και δεν έχω χρόνο για χάσιμο, ξημερώνει σε λίγο, οπότε ό,τι είναι να γίνει θα γίνει τώρα!
- Λεφτά;
- Πολλά!
- Πόσα;
- Ας το λέμε!
- Τουλάχιστον πες μου ποιοί;
- Πολλά ρωτάς! Βαστάς μαχαίρι; Γιατί εγώ μπαμπέσικα δεν θέλω να σε «φάω»…
- Πάντα!
Με αστραπιαίες κινήσεις αμφότεροι τράβηξαν τα μαχαίρια. Ο Βάγγος έβγαλε το αγαπημένο του.. αξεσουάρ! Η λαβή ήταν κατάμαυρη, κυρτή στο κάτω μέρος της και συμπτωματικά εφάρμοζε τέλεια με την παλάμη του. Μάλλον για αυτόν ακριβώς το λόγο με το που πρωτόπιασε αυτό το μαχαίρι στο χέρι του, δεν το αποχωρίστηκε ποτέ! Ένιωσε πως ήταν η προέκταση του χεριού του. Η λάμα ήταν 18 εκατοστά! Έκοβε και από τις δυο μεριές και ήταν τόσο αστραφτερή που έμοιαζε με κόσμημα! Πάνω της, πολύ κοντά στη λαβή είχε χαράξει με μικρά καλλιγραφικά γράμματα τη λέξη «σκληρός»! Την ίδια ώρα και ο Μήτσος απελευθέρωσε το δικό του φονικό… εργαλείο από τη θήκη του. Εξίσου εντυπωσιακό. Η λαβή ήταν από δέρμα κροκόδειλου, ελαφρώς φθαρμένο από τη χρήση. Η λάμα του ήταν 17 εκατοστά και στην πάνω πλευρά της είχε ως τη μέση και μικρά κοφτερά δοντάκια. Στο κάτω μέρος, κοντά στη λαβή είχε χαραχτεί η λέξη «κεντρί». Είχαν πάρει θέση μάχης. Σε λίγο κάποιος θα άφηνε την τελευταία του πνοή, έτσι άδοξα, σε ένα στενοσόκακο, 150 μέτρα από το μπουρδέλο της Κατίνας!
Αργά αλλά σταθερά οι δύο… μονομάχοι, «μετρούσαν» τον αντίπαλο. Με ανοιχτά τα χέρια, έκαναν πλάγια βήματα και πλησίαζαν ο ένας τον άλλον. Την πρώτη κίνηση την έκανε ο Βάγγος. Άπλωσε απότομα το δεξί χέρι προς το πλευρό του Μήτσου, όμως αυτός την τελευταία στιγμή, με ένα πλάγιο σάλτο, απέφυγε το μαχαίρι και χτύπησε με το «άδειο» χέρι του, το «οπλισμένο» χέρι του «σκληρού». Ο Μήτσος πήρε τα πάνω του! Είχε την ψυχολογία με το μέρος του τώρα και αποφάσισε να επιτεθεί αμέσως, μιας και ο Βάγγος ακόμα παραπατούσε. Άπλωσε το χέρι και το μαχαίρι του πήγαινε… καρφί για το στομάχι του «σκληρού». Όμως βρήκε αέρα, γιατί ο Βάγγος, σκόνταψε και έπεσε κάτω! Αυτό θα πει τύχη!!! Γρήγορα σηκώθηκε και πλέον οι δυο τους ήταν μέτωπο με μέτωπο. Για μερικά δευτερόλεπτα έμειναν σχεδόν ακίνητοι, στην προσπάθειά τους να βρουν τις ανάσες τους. Ο Βάγγος κοίταξε τον ουρανό και είδε ότι άρχισε να χαράζει. Δεν είχε χρόνο, έπρεπε να ξεμπερδεύει. Πιάστηκαν ουσιαστικά χέρι με χέρι, αφού ο ένας έπιανε με το άδειο χέρι, το χέρι του αντιπάλου που κρατούσε το μαχαίρι. Ξαφνικά ο σκύλος που είχε δει νωρίτερα ο Βάγγος, γάβγισε και κατευθύνθηκε προς τον Μήτσο, ο οποίος τρόμαξε. Αυτήν και μόνο η στιγμή ήταν αρκετή για να την εκμεταλλευτεί ο έμπειρος Βάγγος. (Σκέφτηκε ότι έπρεπε να πάρει κοντά του το σκυλί από εδώ και πέρα). Αμέσως έσπρωξε και έριξε κάτω τον «στραβοτζούρη» και ανέβηκε πάνω του. Πλέον σε μερικά δευτερόλεπτα το «αφεντικό» του Περάματος θα ήταν νεκρό. Η λεπίδα του ακουμπούσε το αξύριστο πηγούνι του Μήτσου. Ταυτόχρονα το σκυλί πλησίασε τους δύο άντρες και πήγε να μυρίσει το μαχαίρι του Μήτσου. Τότε έπεσε μια πολύ δυνατή αστραπή, η οποία γέμισε φως για 2-3 δευτερόλεπτα το σοκάκι. Ο Βάγγος κοκάλωσε! Έπαθε σοκ! Μόλις είδε τη λέξη «κεντρί» στο μαχαίρι του Μήτσου, έχασε το χρώμα του. Ο «στραβοτζούρης» συνειδητοποίησε ότι κάτι φοβερό είχε συμβεί, αλλά δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς. Το νερό της βροχής από τα μαλλιά του «σκληρού» έπεφταν στο πρόσωπό του. Εκείνη τη στιγμή γυάλισε το μάτι του Βάγγου και φώναξε:
- Που το βρήκες ρε μπάσταρδε αυτό το μαχαίρι;
- Τι λες ρε; Αυτό το μαχαίρι είναι ότι πιο αγαπημένο έχω.
- Ξέρεις ρε ποιανού είναι;
- Τι λες ρε Βάγγο; Εμένα ρωτάς; Του αδελφικού μου φίλου του Νάσου. Μου το έδωσε λίγο πριν ξεψυχήσει. Μαζί κάναμε όλα τα…κόλπα. Μόνο τότε που τον φάγανε πούστικα δεν μπόρεσα να τον γλιτώσω και το έχω κρίμα στο λαιμό μου. Ακόμα δεν το έχω ξεπεράσει!
- Και που τον γνώρισες εσύ το Νάσο ρε;
- Στο στρατό. Μάλιστα το παρατσούκλι «κεντρί» εγώ το του έβγαλα. Εσύ που τον ξέρεις;
- Ρε άσε τα σάπια και λέγε που βρήκες το μαχαίρι;
- Μπέσα σου μιλάω, αλλά γιατί έχεις φρικάρει;
- Εγώ του το είχα χαρίσει αυτό το μαχαίρι. Ξέρεις ρε ποιος ήταν ο Νάσος;
- Μα σου είπα, ήμασταν σαν αδέλφια.
- Εμείς όμως ήμασταν αδέλφια!
- Θεέ μου. Μου είχε πει ότι είχε αδελφό, αλλά δεν ήξερα ποιος ήταν! Τι να πω…
- Και πώς τον φάγανε πούστικα, όπως είπες;
- Μεγάλη ιστορία, τι να σου λέω τώρα… Σφάξε με να τελειώνουμε.
- Σήκω, σήκω και πάμε να μου τα πεις…
Συνεχίζεται…