| Averell Dalton | Comments ]

Εντολή τρίτη: "Ου λήψει το όνομα Κυρίου τού Θεού σου επί ματαίω ου γάρ μη καθαρίση Κύριος ο Θεός σου τον λαμβάνοντα το όνομα αυτού επί ματαίω"


 
 
«Ορκίζομαι στη ζωή μου».
 
Πόσο αδιάφορος μπορεί να μείνει κανείς μπροστά σε τέτοια δήλωση δέσμευσης πέραν πάσης αρχής και αμφιβολίας; Κι όμως, η Αλέκα τον είχε κοιτάξει με το πιο περιφρονητικό βλέμμα που του ‘χε ρίξει ποτέ άνθρωπος. Καθώς έκανε μεταβολή και χανόταν από τα μάτια του για πάντα, ένοιωσε λες κι η «ζωή του», αυτή που τόσο μεγαλόπρεπα είχε προσφέρει προς υποθήκευση αγωνιώντας να την κρατήσει κοντά του, άξιζε λιγότερο κι από φοιτητικό εισιτήριο εισόδου σε ερασιτεχνική παράσταση, λιγότερο κι από μισό σακουλάκι πολυκαιρισμένου πασατέμπου, λιγότερο κι από το συμβολικό αντίτιμο που πληρώνεις στον Πακιστανό που σου καθαρίζει τα τζάμια του αυτοκινήτου, έτσι και σε πετύχει στο φανάρι σταματημένο και μπόσικο.

Απ’ όλες τις απορρίψεις που είχε εισπράξει στα μίζερα λιμάνια που έριχνε άγκυρα κατά κανόνα το σαπιοκάραβο «Η ζωή μου», ο Μπάμπης ο «να μη σώσω» αυτήν από την Αλέκα έφερε βαρέως. Τον πείραζε που την είχε χάσει και θα του έλειπε, το δίχως άλλο, στα χρόνια που θα ‘ρχονταν. Αλλά αυτό που τον ενοχλούσε περισσότερο ήταν που ο μεγαλύτερος όρκος που είχε δώσει, το βαρύτερο όπλο συναισθηματικού εκβιασμού που είχε μεταχειρισθεί ποτέ του, επέδειξε απέναντί της αποτελεσματικότητα νεροπίστολου. Με σάουντρακ τον ήχο που έκαναν τα τακούνια της στο πεζοδρόμιο ενώ απομακρυνόταν, οι μετοχές του λόγου της τιμής του υποβιβάσθηκαν στις χρηματαγορές αξιοπιστίας διεθνώς σε ονομαστική αξία χαρτοπετσέτας. Δοκίμασε αργότερα να διασκεδάσει αυτήν του την εντύπωση – «εδώ κοτζάμ Πανάγαθος έκλεισε τ’ αυτιά του στο “λαμά σαβαχθανί”», φιλοσοφούσε παρέα με τους κολλητούς του, «τι μπέσα να περιμένεις από τη γυναίκα…». Μάταιος κόπος.
 
Παιδί της πιάτσας, χωρίς σπουδές και τυπικά προσόντα, ο Μπάμπης επιβίωνε με δουλειές του ποδαριού και μικροκομπίνες – και σ’ αυτήν την αγορά εργασίας δεν υπάρχουν μεγαλύτερα εφόδια από την πειθώ και την προσωπική σου τιμή. Η καλλιέργεια αυτών των προσόντων ήταν που του χάρισε το παρατσούκλι: τα διάφορα «μα το Θεό», «στο σταυρό που σου κάνω», «όρκο πιο μεγάλο απ’ αυτόν δεν έχω», καθώς και το «να μη σώσω να δω τη μάνα μου γριούλα», συνοδευόμενα από δραματικές χειρονομίες κι απαράμιλλους θεατρινισμούς, είχαν γίνει το σήμα κατατεθέν του – και την έκαναν τη δουλειά τους και με το παραπάνω. Οι φίλοι του, που τον ήξεραν καλά, τον έπαιρναν μετά την «παράσταση» στο ψιλό, κι ο Τόλης του είπε κάποτε, «μια μέρα θα την πατήσεις σαν το βοσκό του Αισώπου: θα πρέπει να σε πιστέψει κανείς και δεν θα σε πιστεύει με τίποτα». «Κάνεις λάθος, φίλε. Πάντα πρέπει να με πιστεύει ο κόσμος, για να κάνουμε δουλειά», είχε απαντήσει ο Μπάμπης.

Τα ‘φερε έτσι η τύχη κι ο πρώτος που αρνήθηκε να συνεχίσει να πιστεύει ήταν η Αλέκα. Οι δυο τους μόνο θα ‘ξεραν πόσες φορές της έταξε πως θ’ αλλάξει ζωή, πόσες φορές την ξεγέλασε γύρω από τη φύση της σχέσης του με τη μια ή την άλλη πιτσιρίκα με τις οποίες τον πετύχαινε, πόσες φορές της υποσχέθηκε πως θα βρει κανονική δουλειά και θα νοικοκυρεύονταν. Το βράδυ που το ποτήρι ξεχείλισε, εκείνη βρήκε στη μέσα τσέπη του μπουφάν του τα τριπάκια που ο Μπάμπης θα «έσπρωχνε» στην πιάτσα για λογαριασμό άλλου. Στην αρχή προσπάθησε να την παραμυθιάσει γύρω από το ακίνδυνο της επιχείρησης, ύστερα να τη δελεάσει με τα κέρδη που θ’ αποκόμιζε από την υπόθεση – αλλά ήταν λες και, για πρώτη φορά στην «καριέρα» του, διάλεγε όλες τις λάθος λέξεις. Τελικά το γύρισε στη γνωστή συνταγή: το ξέρει πως το παράκανε, αλλά δεν θα το ξανακάνει, θ’ αλλάξει μια και καλή, γιατί μόνο για κείνη νοιάζεται πραγματικά, ορκίζεται «στη ζωή μου». Έλεγε την αλήθεια – αυτό τουλάχιστον πίστευε. Και τη σφράγισε με τον μεγαλύτερο όρκο που είχε – έτσι είχε μάθει τον εαυτό του να πιστεύει. Αλλά τη «ζωή του» η Αλέκα δεν ήθελε να τη βλέπει ούτε ζωγραφιστή. Και, μόλις λάκισε εκείνη, τον πήρε η κάτω βόλτα γενικώς.

Τον Μπάμπη τον «να μη σώσω» τον βρήκαν μια Κυριακή στου Στρέφη, σφαγμένο. Καιρό δεν του πήγαιναν τα πράγματα καλά, κι η μανία του να μεγαλοπιάνεται για να τα ‘κονομήσει «μια κι έξω» τον έμπλεξε σε δουλειές που δεν ήταν για τα δόντια του. Κανείς δεν θα μάθει αν συνόδευσε την αποχώρησή του από τα εγκόσμια με μια τελευταία μεγαλειώδη παράσταση, ή αν αυτοί που τον ξέκαναν του στέρησαν την ευκαιρία. Στην κηδεία του, πάντως, το μόνο που έσπαγε τη σιωπή ήταν οι λυγμοί της γριούλας της μάνας του, που τη συνόδευε ο Τόλης. Η Αλέκα, αμίλητη κι ανέκφραστη σαν μούμια, ήταν ο μόνος άλλος άνθρωπος που παρέστη.

 
 
* Σημείωμα της διευθύνσεως: ο Averell Dalton δεν μπέρδεψε τους μήνες, ούτε μετέχει σε κάποια περίεργη παλαιοημερολογίτικη σέχτα. Βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου γενικώς. Ας μην ανησυχούν λοιπόν οι αγαπητοί αναγνώστες: τα οφειλόμενα ημερολόγια Δεκεμβρίου 2010 και Ιανουαρίου 2011 θα δημοσιευθούν στην ώρα τους. Κατά τα λοιπά ο συγγραφέας δηλώνει ότι εντόπισε κατά την απουσία του πού πήγαν τα λεφτά, κωλύεται όμως να αποκαλύψει λεπτομέρειες, εκφράζει δε την ευγνωμοσύνη του στον William για την εμμονή του με το "Chico & Rita" και δεσμεύεται να εμμείνει κι ο ίδιος - σε τι, δεν διευκρινίζεται.-