| William Dalton | Comments ]






Εξαντλημένος από την πείνα και το κρύο, περιπλανήθηκε αρκετές ημέρες μέχρι που έφθασε στην κάτω γειτονιά. Δεν του άρεσε πολύ η περιοχή αυτή. Ποτέ δεν ήξερες ποιος είναι φίλος και ποιος εχθρός. H περιοχή δε θύμιζε σε τίποτα το ήσυχο δάσος στο οποίο είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια. Από τις σκέψεις του, τον έβγαλε μια γνώριμη φωνή.

-Γεια σου εξάδελφε. Πώς έγινε κι ήρθες από τα μέρη μας;


 
-Πεινάω και κρυώνω. Εκεί πάνω δεν υπάρχει τίποτα. Εσύ, πάλι, απ' ότι βλέπω είσαι μια χαρά. Φαίνεται να μη σου λείπει τίποτα.

-Ναι, το αφεντικό είναι πολύ καλός άνθρωπος. Με φροντίζει σαν να ήμουν παιδί του. Έλα αν θέλεις μαζί, σίγουρα θα χρειάζεται ένα καλό φύλακα ακόμη. Θα πω κι εγώ μια καλή κουβέντα.

-Σε ευχαριστώ πολύ εξάδελφε. Με σώζεις.

Περπάτησαν για λίγο μαζί στο δρόμο μέχρι που κάτι του γυάλισε στο σκοτάδι.

-Εξάδελφε τί είναι αυτή η αλυσίδα στο λαιμό σου;

-Από εδώ με δένει το αφεντικό όταν θέλει να με πάει βόλτα ή όταν δε θέλει να το ενοχλώ. Μην ανησυχείς, με τον καιρό ούτε που θα καταλαβαίνεις ότι υπάρχει. Σχεδόν φθάσαμε.

Ο λύκος είχε μείνει ακίνητος. Ο καλοζωισμένος σκύλος με την αλυσίδα στο λαιμό του έγνεφε να τον ακολουθήσει.

-Ας το αφήσουμε καλύτερα. Ευχαριστώ για την καλή σου διάθεση, αλλά προτιμώ να πηγαίνω βόλτα όποτε θέλω εγώ.

Πήρε τη μεγάλη ανηφόρα και κατευθύνθηκε προς την κρύα σπηλιά του.

Επιμύθιον: Αργά ή γρήγορα θα φανεί οριστικά αν είσαι σκύλος ή λύκος. Η ευδαιμονία εκτός από διακύβευμα, πλέον, είναι και κριτήριο.








-